15.03.2017

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «Ἑορτολόγιο- Ἐτήσιος Ἐκκλησιαστικός Κύκλος», Ἔκδ. Ἀκρίτας, σέλ. 133-137

Ἀπό τά παμπάλαια χρόνια, τό βράδυ τοῦ Σαββάτου τῆς τρίτης ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ Σταυρός μεταφέρεται στό κέντρο τῆς ἐκκλησίας, καί ὁλόκληρη ἡ ἀκόλουθη ἑβδομάδα εἶναι γνωστή ὡς ἑβδομάδα τοῦ Σταυροῦ.

Ξέρουμε πώς ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀποτελεῖ μιά προετοιμασία γιά τή Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε πού ἡ Ἐκκλησία θά ἀνακαλέσει στή μνήμη τῆς τόν πόνο, τή σταύρωση καί τό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πάνω στό σταυρό. Ἡ προβολή τοῦ σταυροῦ στή μέση της Σαρακοστῆς μᾶς ὑπενθυμίζει τό σκοπό τῆς βαθύτερης καί ἐντατικότερης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς κατά τή διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς. Ἔτσι εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος ἐδῶ γιά νά σκεφτοῦμε τό ρόλο τοῦ σταυροῦ, αὐτοῦ του σημαντικότατου καί χαρακτηριστικότατου ὅλων των Χριστιανικῶν συμβόλων.

Τό σύμβολο αὐτό ἔχει δύο στενά ἀλληλένδετες σημασίες. Ἀφενός εἶναι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ, αὐτό τό ἀποφασιστικό ὄργανο μέ τό ὁποῖο ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐπίγεια ζωή καί διακονία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνός φοβεροῦ καί τρομακτικοῦ μίσους ἐνάντια σ’ Αὐτόν πού ὁλόκληρη ἡ διδασκαλία Τοῦ ἐπικεντρώθηκε στήν ἐντολή τῆς ἀγάπης, καί πού ὁλόκληρό το κήρυγμά Του ἦταν μιά κλήση σέ αὐτοθυσία στό ὄνομα τῆς ἀγάπης. Ὁ Πιλάτος, ὁ Ρωμαῖος κυβερνήτης στόν ὁποῖο μεταφέρθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ Τόν συνέλαβαν, Τόν ἐκτύπησαν καί Τόν ἔφτυσαν, λέει, «ἐν αὐτῶ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω» (Ἰωάν. 19, 4). Αὐτό ὅμως προκάλεσε ἕνα ἰσχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν!» φωνάζει τό πλῆθος. Ἔτσι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ θέτει ἕνα αἰώνιο πρόβλημα πού σκοπεύει στό βάθος τῆς συνείδησης: γιατί ἡ καλωσύνη ξεσήκωσε ὄχι μόνο ἀντίθεση, ἀλλά καί μίσος; Γιατί ἡ καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Συνήθως ἀποφεύγουμε νά δώσουμε ἀπάντηση σ’ αὐτό τό ἐρώτημα ἐπιρρίπτοντας τήν εὐθύνη σέ κάποιον ἄλλο: ἄν ἤμασταν ἐκεῖ, ἄν ἤμουν ἐκεῖ ἐκείνη τήν τρομερή νύχτα, δέ θά εἶχα συμπεριφερθεῖ ὅπως οἱ ἄλλοι. Ἀλλοίμονο ὅμως, κάπου βαθιά στή συνείδησή μας γνωρίζουμε πώς αὐτό δέν εἶναι ἀλήθεια. Ξέρουμε πώς οἱ ἄνθρωποι πού βασάνισαν, σταύρωσαν καί μίσησαν τόν Χριστό δέν ἦταν κάποιου εἴδους τέρατα, κατεχόμενα ἀπό κάποιο ἰδιαίτερο καί μοναδικό κακό. Ὄχι, ἦταν «ὅπως ὅλοι μας». Ὁ Πιλάτος προσπάθησε ἀκόμη καί νά ὑπερασπιστεῖ τόν Ἰησοῦ, νά μεταπείσει τό πλῆθος, προσφέρθηκε ἀκόμη καί νά ἀπελευθερώσει τό Χριστό ὡς κίνηση καλῆς θέλησης χάριν τῆς ἑορτῆς, ὅταν κι αὐτό ἀπέτυχε, στάθηκε μπροστά στό πλῆθος καί ἔνιψε τά χέρια του, δείχνοντας τή διαφωνία τοῦ σ’ αὐτό τό φόνο.

Μέ λίγες πινελιές τό εὐαγγέλιο σχεδιάζει τήν εἰκόνα αὐτοῦ του παθητικοῦ Πιλάτου, τοῦ τρόμου του, τῆς γραφειοκρατικῆς του συνείδησης, τῆς δειλῆς του ἄρνησης νά ἀκολουθήσει τή συνείδησή του. Δέ συμβαίνει ὅμως ἀκριβῶς τό ἴδιο στή δική μας ζωή καί στή ζωή γύρω μας; Δέν εἶναι αὐτή ἡ πιό κοινότοπη, ἡ πιό τυπική ἱστορία; Δέν εἶναι παρών συνεχῶς μέσα μας κάποιος Πιλάτος; Δέν εἶναι ἀλήθεια πώς ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή νά ποῦμε ἕνα ἀποφασιστικό, ἀμετάκλητο ὄχι στό ψεῦδος, στήν ἀδικία, στό κακό καί στό μίσος, ἐνδίδουμε στόν πειρασμό νά «νίψουμε τάς χείρας μας»; Πίσω ἀπό τόν Πιλάτο ἦταν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπερασπιζόμενοι τόν ἑαυτό τους θά μποροῦσαν νά ποῦν: ἐκτελέσαμε ἁπλῶς διαταγές, μᾶς εἶπαν νά «οὐδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό πού προκαλοῦσε ἀναστάτωση καί ἀταξία, γιά ποιό πράγμα μιλᾶτε λοιπόν; Πίσω ἀπό τόν Πιλάτο, πίσω ἀπό τούς στρατιῶτες ἦταν τό πλῆθος, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι πού ἕξι μέρες πρίν φώναζαν «Ὡσαννά», καθώς ὑποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό κατά τήν εἴσοδό του στήν Ἱερουσαλήμ, μόνο τώρα ἡ κραυγή τούς ἦταν «Σταύρωσον αὐτόν!» Ἔχουν ὅμως καί γι’ αὐτό μιά ἐξήγηση. Δέν εἶναι οἱ ἡγέτες τους, οἱ διδάσκαλοί τους καί οἱ κυβερνῆτες τούς αὐτοί πού τούς ἔλεγαν πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν ἕνας ἐγκληματίας πού κατέλυσε τούς νόμους καί τίς συνήθειες, καί γι’ αὐτό βάσει τοῦ νόμου, «πάντοτε βάσει τοῦ νόμου, πάντοτε σύμφωνα μέ τό ὑπάρχον καταστατικό», πρέπει νά πεθάνει...; Ἔτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αὐτό τό τρομακτικό γεγονός εἶχε δίκαιο «ἀπό τήν πλευρά του», ὅλοι δικαιώθηκαν. Ὅλοι μαζί ὅμως δολοφόνησαν ἕναν ἄνθρωπο στόν ὁποῖον «οὐδέν εὑρέθη αἴτιον». Ἡ πρώτη σημασία τοῦ σταυροῦ συνεπῶς εἶναι ἡ κρίση τοῦ κακοῦ, ἤ μᾶλλον τῆς ψευδοκαλωσύνης αὐτοῦ του κόσμου, μέσα στόν ὁποῖο πανηγυρίζει αἰώνια το κακό, καί ὁ ὁποῖος προωθεῖ τόν τρομακτικό θρίαμβο τοῦ κακοῦ πάνω στή γῆ.

Αὐτό μας μεταφέρει στή δεύτερη σημασία τοῦ σταυροῦ. Μετά τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθεῖ ὁ δικός μας σταυρός, γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός εἶπε, «εἰ τίς θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι,... ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν καί ἀκολουθείτω μοί» (Λουκ. 9, 23).Αὐτό σημαίνει πώς ἡ ἐπιλογή πού εἶχε νά κάνει ὁ καθένας ἐκείνη τή νύχτα –ὁ Πιλάτος, οἱ στρατιῶτες, οἱ ἀρχηγοί, τό πλῆθος κι ὁ καθένας μέσα στό πλῆθος – εἶναι μιά ἐπιλογή πού τίθεται συνεχῶς καί σέ καθημερινή βάση μπροστά μας. Ἐξωτερικά, ἡ ἐπιλογή ἔχει νά κάνει μέ κάτι φαινομενικά ἀσήμαντο γιά μᾶς, ἤ δευτερεῦον. Γιά τή συνείδηση ὅμως τίποτε δέν εἶναι πρῶτο ἤ δεύτερο, ἀλλά τό καθετί μετρᾶται ἄν εἶναι ἀληθινό ἤ ψεύτικο, καλό ἤ κακό. Τό νά σηκώνεις λοιπόν τό σταυρό σου καθημερινά δέν εἶναι ἁπλῶς τό νά ἀντέχεις τά φορτία καί τίς μέριμνες τῆς ζωῆς, ἀλλά πάνω ἀπ’ ὅλα το νά ζεῖς ἁρμονικά μέ τή συνείδησή σου, τό νά ζεῖς μέσα στό φῶς τῆς κρίσεως τῆς συνειδήσεως.

Ἀκόμη καί σήμερα, μέ ὅλο τόν κόσμο νά κοιτάζει, ἕνας ἄνθρωπος στόν ὁποῖο «οὐδέν εὑρέθη αἴτιον» μπορεῖ νά συλλαμβάνεται, νά βασανίζεται, νά κτυπιέται, νά φυλακίζεται ἤ νά ἐξορίζεται. Ὅλα αὐτά δέ «ἐπί τῇ βάσει τοῦ νόμου», χάριν τῆς ὑπακοῆς καί πειθαρχίας, ὅλα στό ὄνομα τῆς τάξης, γιά τό καλό ὅλων. Πόσοι Πιλάτοι δέ νίπτουν τά χέρια τους, πόσοι στρατιῶτες σέ σπεύδουν νά ἐκτελέσουν τίς διαταγές τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, πόσοι ἄνθρωποι ὑπάκουα, δουλόπρεπα δέν τούς χειροκροτοῦν, ἤ τουλάχιστον δέν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό ποῦ θριαμβεύει;

Καθώς μεταφέρουμε τό σταυρό, καθώς τόν προσκυνοῦμε, καθώς τόν ἀσπαζόμαστε, ἅς σκεφτοῦμε τή σημασία του. Τί μᾶς λέει, σέ τί μᾶς καλεῖ; Ἅς θυμηθοῦμε τό σταυρό ὡς ἐπιλογή ἀπό τή ὁποία κρέμονται τά πάντα στόν κόσμο, καί πού χωρίς αὐτόν ὅλα στόν κόσμο γίνονται θρίαμβος τοῦ κακοῦ καί τοῦ σκότους. Ὁ Χριστός εἶπε, «εἰς κρίμα ἐγώ εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἦλθον» (Ἰωάν. 9, 39). Σ’ αὐτή τήν κρίση, μπροστά στό δικαστήριο τῆς σταυρωμένης ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας καί τῆς καλωσύνης δικάζεται ὁ καθένας μας.

Κυριακή
7
Μαρτίου
Κυριακή της Απόκρεω, Αγαθοδώρου και Ελπιδίου
Copyright ©
Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Δημητρίου Άρτας