21.03.2017

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου....»

Ἑρμηνεία τῆς εὐχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου

Μητροπολίτου Μεσογαίας Νικολάου (Χατζηνικολάου), «Ἀπό τό καθ' ἡμέραν στό καθ' ὁμοίωσιν», Ἔκδ. Ἐν πλῶ, σέλ. 139-179, Ἀθήνα 2008.

Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, φθάσαμε καί στό τέλος τῆς Τέταρτης Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καί ἤδη κρούουμε τή θύρα τῆς Πέμπτης, καί ἀκολουθεῖ ἡ Ἕκτη, ἡ λεγόμενη βουβή. Σέ τρεῖς δηλαδή ἑβδομάδες ἀπό σήμερα, πρῶτα ὁ Θεός, θά γιορτάζουμε τή Λαμπρή, τή μεγάλη γιορτή τοῦ Πάσχα.

Καθώς περνοῦν οἱ μέρες γρήγορα, ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζει ὅλα αὐτά τά πνευματικά ἐδέσματα μπροστά μας, φροντίζοντας κάτι νά προσφέρει μέ κάθε ἀφορμή στήν ψυχή μας καί νά ἱκανοποιεῖ καθέναν ἀπό ἐμᾶς πού διψάει γιά κάτι διαφορετικό, πού εἶναι πεινασμένος καί λαχταράει κάτι ἀληθινό. Δέν πρέπει μέ κανέναν τρόπο αὐτή ἡ Μεγάλη Σαρακοστή στό πέρασμά της νά μᾶς ἀφήσει ἴδιους.
Κάτι πρέπει νά γίνει. Εἶναι ἀδικία γιά τόν ἑαυτό μας νά περάσει καί αὐτή ἡ περίοδος ἀνεκμετάλλευτη. Διότι αὐτό ἐνέχει τόν κίνδυνο νά ἔλθει καί ἄλλη Τεσσαρακοστή του χρόνου καί ἄλλη μία τόν ἑπόμενο χρόνο καί μέ κανέναν τρόπο νά μήν ἀλλάζει ἡ πορεία τῆς ζωῆς μας, νά μή μεταμορφώνεται ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μας.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης καί ἡ Κλίμακα
Τήν Δ' Κυριακή των Νηστειῶν ἡ Ἐκκλησία μᾶς τήν ἀφιερώνει σέ ἕναν ἄγνωστο ἀλλά πολύ μεγάλο ἅγιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν συγγραφέα τοῦ βιβλίου τῆς Κλίμακος. Ὁ ἅγιος αὐτός εἶναι ἄγνωστος, διότι δέν ὑπάρχει ἄλλη πηγή πληροφοριῶν γιά τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς τοῦ παρά μόνον ὅ,τι περιλαμβάνεται σέ αὐτό τό θαυμάσιο βιβλίο πού ἡ Ἐκκλησία τό ἀξιολογεῖ τόσο ψηλά, ὥστε, κατά τό Τυπικό της, νά ἀποτελεῖ τή σπονδυλική στήλη τῶν πατερικῶν ἀναγνωσμάτων κάθε χρόνο κατά τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Βρέθηκε κάποτε αὐτό τό βιβλίο μέσα στή βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καί ἀποκάλυψε τό μεγαλεῖο ἑνός, ὡς τότε, ἄγνωστου ἀλλά πολύ σημαντικοῦ ἁγίου. Αὐτό τό βιβλίο ὀνομάζεται Κλίμακα, γιά νά δείχνει τή σταδιακή, βῆμα πρός βῆμα, πορεία τῆς ψυχῆς, ἀπό τά χαμηλά πρός τά ψηλότερα, στό ἐπίπεδό των ἀρετῶν.
Οἱ ἀρετές θά μποροῦσαν νά διακρίνονται σέ ἠθικές, σέ πνευματικές, σέ ἀρετές τῆς Θείας Χάριτος, η, ὅπως ἀποκαλοῦνται ἀπό τούς Πατέρες, σέ μυστικές ἀρετές. Γιά ὅλες αὐτές τίς ἀρετές ἔχει τόσα πολλά καί τόσα ὄμορφα καί τόσο λεπτομερεῖς, ἀνατομικές, περιγραφές τό ὑπέροχο αὐτό βιβλίο τῆς Κλίμακος, τό ὁποῖο εἶμαι βέβαιος πώς κάποιοι ἀπό ἐσάς θά ἔχουν κάπως προσεγγίσει.
Προ δυό περίπου ἑβδομάδων, ἐντελῶς ἀνυποψίαστος, ἦρθε νά ἐξομολογηθεῖ κάποιος καί μοῦ ἀνέφερε ὅτι διαβάζει ἕνα βιβλίο πού ὀνομάζεται Κλίμακα. Περνάω, μοῦ εἶπε, ἀπό φοβερούς πειρασμούς καί δυσκολίες ἀλλά τί ἀπίθανο βιβλίο, τί καταπληκτικό, τί περιεκτικό, τί ἀποκαλυπτικό! Σάν νά μοῦ φωτογραφίζει τίς κρυμμένες γωνιές τῆς ψυχῆς. Καί τί παράδοξο! Τό πρόσωπο πού μου τό συνέστησε εἶναι βουτηγμένο σέ ἐρεθίσματα κοσμικῆς ζωῆς. Τό ἐπάγγελμά του καί οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς τοῦ βρίσκονται σέ ἐντελῶς ἀντιδιαμετρική κατάσταση ἀπό τή ζωή τῶν ἀνθρώπων στούς ὁποίους ἀπευθύνεται τό βιβλίο, δηλαδή στούς μοναχούς, καί μάλιστα ὄχι στούς κοινοβιάτες, ἀλλά σέ αὐτούς οἱ ὁποῖοι διάγουν ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς.

Προτρέπω, λοιπόν, ὅλους σας, ἄν ἔχετε τή δυνατότητα, νά τό προμηθευθεῖτε, νά ρίξετε μία ματιά. Μπορεῖ νά ἐνθουσιασθεῖ ἡ ψυχή μας καί νά φιλοτιμηθεῖ στό νά κινηθεῖ ἀπό τή φευγαλέα ματιά στήν προσεκτική ἀνάγνωση καί ἀπό κεῖ πρός κατευθύνσεις πνευματικές πραγματικά ἀσύλληπτες. Μπορεῖ, βέβαια, ἄν δέν εἴμαστε καί ἕτοιμοι, νά ἀπογοητευθοῦμε. Ἄν συνειδητοποιήσουμε τό μεγαλεῖο της προοπτικῆς μας καί πάνω σε αὐτό προβάλλουμε τήν πραγματικότητα τῆς ζωῆς μᾶς χωρίς ταπείνωση, θά μᾶς κυριεύσει ἀπογοήτευση. Ποῦ θά ἔπρεπε νά ἤμασταν καί πού βρισκόμαστε!

Πόσο ψηλά, μέ τί ὅρους, νά ἐκτυλίσσεται ἡ ζωή μας καί τί τελικῶς ἐπιλογές κάνουμε σέ αὐτόν τόν κόσμο! Στόχος τῆς πνευματικῆς μας πορείας εἶναι ἡ ὁμοίωσή μας μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διά τοῦ ἐνάρετου βίου. Ἡ ἀρετή εἶναι μία γενική λέξη, πού ἀναλύεται ὅμως σέ ἐπί μέρους ἀρετές. Δέν ἔχει νά κάνει τόσο μέ τά βιώματα, τίς ἐμπειρίες, ἀλλά μέ κάτι κάπως πιό πρακτικό, κάπως πιό καθημερινό, πού ἀποτελεῖ τόν καρπό τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ πνευματική μας ζωή μπορεῖ νά ἔχει τά στοιχεῖα τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας, μπορεῖ νά διακατέχεται ἀπό τά χαρακτηριστικά του πνευματικοῦ λόγου, μπορεῖ νά διαβάζουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά μιλᾶμε γιά τά πνευματικά, νά ἔχουμε συνήθειες πνευματικές καί γνώσεις θεολογικές, ἀλλά, ἄν τά χέρια μας δέν εἶναι γεμάτα ἀπό καρπούς, ἄν ἡ ζωή μας δέν εἶναι στολισμένη μέ συγκεκριμένες ἀρετές, τότε μᾶλλον ζημιά κάνει ἡ μαρτυρία μας καί μᾶλλον καταστροφή συμβαίνει στήν ψυχή μας. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νά ὑπάρχουν τά σκαλοπάτια τῶν συγκεκριμένων ἀρετῶν, πού ὁδηγοῦν τήν ψυχή μας ἀπό τό ἐπίγειο φρόνημα στίς οὐράνιες καταστάσεις γιά τίς ὁποῖες διαρκῶς μᾶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία μέ τόση πίστη, μέ τόση ἀγάπη, μέ τόση διάθεση νά μᾶς κάνει μετόχους αὐτῶν τῶν μεγάλων εὐλογιῶν.
Ἀπό ποῦ λοιπόν νά μποῦμε σέ αὐτό τό στάδιο τῶν ἀρετῶν, ἀπό ποιά πόρτα νά εἰσέλθουμε σέ αὐτόν τόν χῶρο τοῦ πρακτικοῦ βίου, ἀπό ποῦ νά ἀρχίσουμε τήν ἄνοδο, νά ἀκολουθήσουμε τά σκαλοπάτια ποῦ θά μᾶς φθάσουν στήν κορυφή; Τί νά χρησιμοποιήσουμε ὡς ἀφορμή;

Ὑπάρχει μία προσευχή, πού εἶμαι βέβαιος πῶς οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς τή γνωρίζουν. Εἶναι μία προσευχή πού προσδιορίζει τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τή λέμε μόνο σέ αὐτήν τήν περίοδο. Μιά προσευχή μετανοίας, πού ἀνοίγει τούς ὁρίζοντές μας. Μιά προσευχή ἡ ὁποία ὑπάρχει σέ ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ἀκολουθίες. Μάλιστα, σέ μερικές ἐμφανίζεται καί δυό φορές. μιά προσευχή πού μόλις πρό ὀλίγου ἀπαγγείλαμε. Μιά πολύ παλιά προσευχή , ἡ ὁποία ὅμως πολύ βαθειά περιγράφει τήν ἀνθρώπινη ψυχή καί τόν ἀγώνα της, τό μυστήριο καί τήν προοπτική της. Εἶναι ἡ προσευχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ.

Θά τήν πῶ:
«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοί δῶς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης, χάρισαι μοί τῷ σῶ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαι μοί τοῦ ὁρᾶν τά ἐμᾶ πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἰ, εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Τόσο μικρή ἀλλά τόσο περιεκτική! Μάλιστα, κατά τό τυπικό της Ἐκκλησίας δέν ἀπαγγέλλεται ἁπλά ἀλλά συνοδεύεται ἀπό κινήσεις μετανοίας. Στά μοναστήρια, ἄν τυχόν ἔχετε πάει, τηρεῖται ἐπακριβῶς τό τυπικό αὐτό, ὅπως ἀναγράφεται στίς φυλλάδες καί στό Ὡρολόγιο. Λέγει ἐκεῖ ὅτι ποιοῦμε τρεῖς μετανοίας μετά ἀπό τόν κάθε στίχο καί μετά κάνουμε δώδεκα μικρές καί ἐπαναλαμβάνουμε τό τελευταῖο κομμάτι καί μετά ἄλλη μιά μεγάλη.
Δηλαδή, «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...» -τελειώνουμε τό πρῶτο κομμάτι- καί κάνουμε μιά στρωτή ἐδαφιαία μετάνοια, ἀπό αὐτές τίς μεγάλες, τίς βαθιές. Συνεχίζουμε: «Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης...»· δεύτερη μετάνοια. «Δώρησαι μοί τοῦ ὁρᾶν τά ἐμᾶ πταίσματα...»· τρίτη μετάνοια. Καί μετά σιωπηρῶς λέγοντας τό «Κύριε ἐλέησον» ἤ τό «Ἰλάσθητι μοί τῷ ἁμαρτωλῶ» κάνουμε δώδεκα σταυρωτές μικρές μετάνοιες. Αὐτό στά μοναστήρια. Καί ἐπαναλαμβάνουμε τό «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαι μοί τοῦ ὁρᾶν τά ἐμᾶ πταίσματα» καί κάνουμε ἄλλη μία μεγάλη μετάνοια. Ὅλα αὐτά, ὥστε νά τήν καταλάβει τήν προσευχή ὄχι μόνον ἡ σκέψη μας, ὄχι μόνον ἡ ψυχή μας, ἀλλά ἀκόμη καί τό σῶμα μας. Νά τήν καταλάβει ὁλόκληρος ὁ ἐαυτός μας. Εἶναι σημαντική προσευχή. Εἶναι πόρτα καί ὁδός καί τέρμα γιά ὅποιον ἔχει πνευματική εὐστροφία νά ἀξιοποιήσει τό περιεχόμενό της καί νά φιλοτιμηθεῖ στή ζωή του.
Ἅς κάνουμε, λοιπόν, μία σύντομη ἑρμηνεία καί ἀνάλυση αὐτῆς τῆς προσευχῆς, νά καταλήξουμε σέ τέσσερις παρατηρήσεις πού δέν εἶναι τόσο ἐμφανεῖς, νά κρατήσει ὁ καθένας τό μήνυμά του καί ἔτσι νά τό πάρει συνοδό κατά τήν ἀποψινή βραδιά στό σπίτι του.

Ὁ χορηγός, ὁ ὁδηγός, ὁ ὑπερασπιστής, ὁ Κύριος
«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...»· ἔτσι προσφωνοῦμε τόν Θεό. Κύριε, Σύ πού εἶσαι ὁ κυρίαρχος, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶς καί δεσπόζεις στή ζωή μου. Ἡ ἔκφραση αὐτή εἶναι παρμένη ἀπό τό βιβλίο Σοφία Σειράχ, στό ὁποῖο ἐπίσης ὑπάρχει καί ἄλλη μία σχετική ἀναφορά: «Κύριε καί Θεέ τῆς ζωῆς μου». Ὁ Κύριος εἶναι ὁ χορηγός της ζωῆς, αὐτός πού δίνει τή ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὁδηγός τῆς ζωῆς, αὐτός πού κατευθύνει τή ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὑπερασπιστής τῆς ζωῆς, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός (Ψάλμ. 26,1). Ὁ Κύριος εἶναι αὐτός στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ ζωή μας.

Ξεκινᾶμε τήν προσευχή μᾶς ὀμολογώντας μέ ὅλα τα κύτταρα τῆς ὑποστάσεώς μας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Κύριος της ψυχῆς μας. Σάν νά λέμε ὅτι ἐγώ δέν θέλω νά κυβερνῶ τήν ψυχή μου. Θέλω ὅλες τίς λεπτομέρειες νά τίς ρυθμίζει ὁ Θεός, ὅλες της τίς γωνιές Αὐτός νά τίς φωτίζει. Παντοῦ Αὐτός νά ἔχει τό δικαίωμά Του καί σέ κάθε σημεῖο της νά ἐπαληθεύεται ἡ δική Του παρουσία. «Ἕν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροι μου» λέγει κάπου ἀλλοῦ ὁ ψαλμωδός (Ψάλμ. 30,16)· ὅτι στά χέρια Σου βρίσκονται οἱ τύχες τῆς ζωῆς μου. Ὅλη μας ἡ ζωή, ἀπό τήν πρώτη στιγμή μέχρι καί τό τέλος της, τά γεγονότα τά ὁποῖα συμβαίνουν ἐνδιαμέσως, οἱ γνωριμίες πού κάνουμε, οἱ ἀφορμές τῆς σωτηρίας πού ἔχουμε, οἱ πειρασμοί ἀπό τούς ὁποίους περνᾶμε, ὅλα εἶναι στοιχεῖα τά ὁποῖα βρίσκονται κάτω ἀπό τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ καί τά ὁποῖα μποροῦμε ἐμεῖς νά τά ἀναθέσουμε σέ Ἐκεῖνον, ὥστε Αὐτός νά φροντίσει το πῶς θά τά ἀντιμετωπίσουμε ἤ θά τά διαχειρισθοῦμε μέ τόν καλύτερο τρόπο.

Ξεκινοῦμε, λοιπόν, τήν προσευχή μας μέ αὐτήν τήν ὁμολογία, ὅτι ἡ ζωή μᾶς πρώτον δέν μᾶς ἀνήκει -φοβερό πράγμα· γιά σκεφτεῖτε το!- καί δεύτερον ὅτι ἀνήκει στό σύνολό της, σέ κάθε λεπτομέρειά της, σέ κάθε φάση της καί ἐξ ὁλοκλήρου στόν Θεό. Γιά φαντασθεῖτε τόν ἑαυτό σας καί τή ζωή σας νά οἰκοδομεῖται πάνω σε αὐτήν τήν πραγματικότητα, ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι ἕνα δῶρο σέ ἐμένα, τό ὁποῖο τό ἐπιστρέφω αὐτοβούλως καί αὐτεξουσίως στόν Δωρητή μου, πού εἶναι ὁ Χριστός. Καί Αὐτός τήν κυβερνᾶ! Πέφτω τά βράδια καί κοιμᾶμαι. Δέν μέ νοιάζει τίποτα. Δέν φοβοῦμαι οὔτε τίς δοκιμασίες μου, οὔτε τούς πειρασμούς μου, οὔτε τό τέλος μου, οὔτε τό τέλος τῶν ἀγαπημένων προσώπων μου, διότι ἡ ζωή τούς εἶναι καί ζωή μου καί ἡ ζωή ὅλων μας ἀνήκει στόν Θεό. Ἔτσι ξεκινᾶμε. Μέ αὐτό τό ἄνοιγμα, μέ αὐτό τό δόσιμο, μέ αὐτήν τήν ἐλευθερία. «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου».

Ἡ ἀργία
Τέσσερα πράγματα νά μήν ἐπιτρέψεις νά συμβοῦν μέσα μου. «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας,φιλαρχίας καί ἀργολογίας». Μήν ἐπιτρέψεις νά ὑπάρξει μέσα μου μία κατάσταση ἀργίας, τεμπελιᾶς, ραθυμίας, ἀκηδίας, ἀδιαφορίας, ἀνορεξίας. Αὐτό θά πεῖ ἀργία. Νά εἶμαι ἀργός, βραδύς, χωρίς ἐσωτερικούς παλμούς, χωρίς δυναμικό μέσα στήν ψυχή μου. Ἕνας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρίς ἐνδιαφέρον γιά πνευματικά. Φοβερή ἀρρώστια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς μας. Πολλές φορές βλέπουμε νέα παιδιά ἀνόρεκτα, μᾶλλον κουρασμένα -νά τήν πῶ τήν λέξη - βαριεστημένα, χωρίς διάθεση, χωρίς χυμούς, χωρίς ἐνθουσιασμό. Δέν μποροῦμε ἔτσι νά προχωρήσουμε. Λέει στό σοφό βιβλίο τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ ἀργία εἶναι περιεκτικόν του θανάτου στοιχεῖον, εἶναι κάτι τό ὁποῖο θυμίζει τόν θάνατο στόν ἄνθρωπο. Πῶς εἶναι δυνατόν νά προχωρήσει στή ζωή ἕνας ὁ ὁποῖος διακρίνεται ἀπό τεμπελιά; Γι' αὐτό καί ἡ ἀκηδία, αὐτή ἡ περί τά πνευματικά ἀδιαφορία, θεωρεῖται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς ἕνα ἀπό τά ἑπτά θανάσιμα, ὀλέθρια γιά τήν ψυχή μας, ἁμαρτήματα. Τίς τελευταῖες ἡμέρες ἦλθε κάποιο παιδί πού μέ πλησίασε, γιά νά δοῦμε τί θά κάνουμε μέ τή Θεία Κοινωνία καί μέ τήν ἐξομολόγηση.

- Τί κάνεις γιά τόν Θεό, παιδί μου; ρώτησα.
- Δέν ἔχω ὄρεξη γιά τίποτα, μοῦ ἀπαντᾶ. Δέν μπορῶ.
-Λίγη προσευχή δέν κάνεις; προχώρησα.
- Τίποτα. Ἕνα σταυρό, καί πέφτω στό κρεβάτι.
- Γιατί; Ποιός ὁ λόγος; Τί σέ ἐμποδίζει; Τί σέ πιέζει καί γίνεσαι τσιγγούνης στόν Θεό;
-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.
-Τό πρωί ποῦ εἶσαι ξεκούραστος;
-Δέν μπορῶ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, ἀλλά τό ἀναβάλλω. Λέω ἀπό αὔριο. Δέν ἔχω διάθεση. Δέν ξέρω τί μου φταίει.

Αὐτό εἶναι ἡ ἀκηδία. Αὐτό εἶναι ἡ ἀργία. Αὐτό θέλει βία καί πίεση γιά νά καταπολεμηθεῖ. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11,12). Αὐτοί πού ξέρουν νά ζορίζονται, νά ἀσκοῦνται, νά ἐπιμένουν, νά ἀγωνίζονται, αὐτοί ἁρπάζουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί πού ἀργοῦν, πού τεμπελιάζουν, πού δέν μποροῦν, πού παραδίδονται ἔτσι στόν χαλαρό ἑαυτό τούς αὐτοί μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αὐτό μέ δυό λέξεις σημαίνει,χωρίς ἀγώνα, χωρίς ἄσκηση, τά πράγματα δέν θά μπορέσουν νά πάρουν τήν καλή πορεία γιά τήν ψυχή μας. Νά γιατί ξεκινοῦμε τή σαρακοστιανή προσευχή μᾶς ζητώντας νά μήν ἐπιτρέψει ὁ Θεός τήν ἀργία καί τήν ἀκηδία καί τή ραθυμία στήν ψυχή μας.

Ἡ περίεργεια
«Πνεῦμα», ἐπίσης, «περιεργίας». Ἐάν ἡ ἀργία εἶναι το νά χαθεῖ κάνεις μέσα στό τίποτα, ἡ περιέργεια εἶναι τό ἐντελῶς ἀντίθετο: νά σκορπίζεται μέσα στό παντοῦ, νά χώνεται παντοῦ καί πάντα. Νά θέλει νά τά μάθει κανείς ὅλα. Λέει ἕνας ἀπό τούς Πατέρες: «μισῶ τό χαμερπές πάθος τῆς περιεργίας». Αὐτό τό πάθος τῆς περιεργίας πού μέ κάνει νά σέρνομαι χαμηλά. Αὐτό θά πεῖ χαμερπές· σημαίνει νά ἕρπω χάμω. Αὐτό τό πάθος ἐνδημεῖ μεταξύ των χριστιανῶν. Διαβάζουμε πιό εὔκολα ἕνα κουτσομπολίστικο θρησκευτικό περιοδικό παρά τήν Κλίμακα. Παρακολουθοῦμε πιό εὔκολα μιά σκανδαλιστική ἐκπομπή στήν τηλεόραση παρά συμμετέχουμε σέ μία ἀγρυπνία. Αὐτή εἶναι ἡ περιέργεια· νά ξέρεις, νά ψάχνεις τή ζωή τοῦ διπλανοῦ σου. Σάν νά τόν βλέπεις μέ τίς πιτζάμες τῆς ὑποστάσεώς του. Νά ἀνακαλύπτεις τά μυστικά του,χωρίς κανέναν λόγο. Νά ἀφήνεις στήν ἄκρη τόν θησαυρό καί νά μπερδεύεσαι μέ τά σκουπίδια.

Αὐτό δημιουργεῖ ἕναν σκορπισμό, μία διάχυση καί ἔτσι δέν συγκροτεῖται ἡ ψυχή. Ζητοῦμε , λοιπόν, αὐτό τό πάθος, τό ὁποῖο, πάλι κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἀποψύχει τή θερμότητα τῆς ψυχῆς, δηλαδή ρίχνει τή θερμοκρασία της καί δέν μπορεῖ νά θερμανθεῖ, ὥστε νά λειτουργήσει μέ ἐνθουσιασμό καί βάθος, νά μήν ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά φωλιάσει μέσα μας.

Ἡ φιλαρχία
Τρίτο πάθος ἡ «φιλαρχία», ἡ φιλοπρωτία. Τήν ἐρχόμενη Κυριακή θά τό ἀκούσουμε στό Εὐαγγέλιο. Κοινή ἀρρώστια. Ὅλοι τήν ἔχουμε μέσα μας. Θέλουμε νά εἴμαστε οἱ πρῶτοι. Θέλουμε νά εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀποδέκτες, ὄχι ἁπλῶς τιμῶν, ἀλλά τῶν καλυτέρων τιμῶν. Στή σύγκριση νά εἴμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν δεύτερο πιό μπροστά καί μάλιστα μέ σαφήνεια. Αὐτό τό πρόβλημα τό ἔχουμε καί μέσα στήν Ἐκκλησία. Τόσο συχνά τσακωνόμαστε ποιός θά εἶναι πρῶτος. Μά τί σημασία ἔχει αὐτό; Μπορεῖ νά εἶσαι ἱερέας καί νά ἐπιδιώκεις ἐσύ νά διαβάσεις τό πρῶτο Εὐαγγέλιο τῆς Μεγάλης Πέμπτης καί ὄχι ὁ συνεφημέριός σου. Μπορεῖ νά εἶσαι ψάλτης καί νά διεκδικεῖς ἐσύ νά ψάλεις τά καλά κομμάτια καί ὄχι ὁ ἄλλος, πού μπορεῖ καί νά ἔχει καλύτερη φωνή ἤ περισσότερες γνώσεις ψαλτικῆς. Πῶς μᾶς κυβερνάει ὁ διάβολος! Μέ ἀνόητα πράγματα!

Βλέπετε καί τούς Μαθητές, ἐνῶ ὁ Κύριος τους ἀναγγέλλει περί τοῦ πάθους Του, τήν ἴδια ὥρα, ἀρχίζουν οἱ δύο, ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἰάκωβος, νά ζητοῦν πρωτοκαθεδρίες στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε τό τήν ἄλλη Κυριακή στό Εὐαγγέλιο. Καί τό φοβερό ποιό εἶναι; Ὅτι δέν ἔμειναν μόνοι αὐτοί οἱ δύο νά διεκδικοῦν τά πρωτεῖα, ἀλλά ἐνοχλήθηκαν καί οἱ ὑπόλοιποι καί στράφηκαν ἐναντίον τους. Προφανῶς γιατί καί αὐτοί ἤθελαν ἀπό μέσα τους νά εἶναι πρῶτοι. Οἱ ἥρωες αὐτοί τῆς πίστεως, αὐτοί πού διώχθηκαν καί μετά μαρτύρησαν , αὐτοί οἱ ἴδιοι ἀρνήθηκαν, οἱ ἴδιοι ἐγκατέλειψαν, οἱ ἴδιοι τσακώθηκαν λίγο πρό τοῦ πάθους ποιός θά εἶναι πρῶτος. Ὁ Κύριος ὅμως τούς δίνει τό μάθημα τή νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου λέγοντας ὅτι πρῶτος πρέπει νά εἶναι αὐτός πού ἐπιλέγει μετά ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας καί ἀνέσεως τή θέση τοῦ τελευταίου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νά μπεῖς σέ ἕναν χῶρο πού θά γίνει μία ἐκπληκτική θεατρική παράσταση ὅπου ἀπό μέσα σου νά θέλεις νά βλέπεις καί νά ἀκοῦς. Καί ἐκεῖ νά σοῦ προτείνουν νά διαλέξεις ὅποια θέση θέλεις, ἀκόμη καί τήν καλύτερη. Κι ἐσύ νά ἐπιλέγεις εὔκολα τήν τελευταία. Νά εἶσαι μέσα ἀλλά κρυμμένος στήν ἄκρη. Καί αὐτό γιά νά μποῦν οἱ ἄλλοι πρίν ἀπό ἐσένα, γιά νά ἀπολαύσουν αὐτοί πιό πολύ ἀπό ὅσο ἐσύ. Γιά νά εἶναι μεγαλύτερη χαρά σου ἀπό τήν ἀπόλαυση τῆς παραστάσεως ἡ χαρά τους.
«Τή τιμή ἀλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. 12,10), λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὄχι φιλοπρωτία, ὄχι πρωτοκαθεδρία. Ὄχι αὐτό τό φίλαρχο φρόνημα, νά εἶμαι ὁ πρῶτος, ἀλλά νά θέλω νά τιμήσω τόν ἄλλο, νά θέλω νά τιμηθεῖ ὁ ἄλλος. Νά τοῦ ἐκχωρήσω τά δικαιώματα, νά εἶμαι ὁ διακονῶν, νά εἶμαι ὁ εὐτυχισμένος ἔσχατος, ὁ εὐλογημένος οὐραγός, ἀναπαυμένος στή θέση μου, στήν ἄκρη τῆς οὐρᾶς. Αὐτός ὅμως πού θά εἶναι μέσα στήν ἀγκαλιά, ὅπου ὅλοι οἱ ἄλλοι θά εἶναι καλύτεροί μου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νά χαίρομαι τήν εὐλογία τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀρετῶν τῶν ἀδελφῶν. «Πνεῦμα», λοιπόν, «φιλαρχίας»,νά θέλω νά ὑπερέχω ἐγώ, καί φιλοπρωτίας,«μή μοί δῶς».

Ἡ ἀργολογία
«Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας» καί τέταρτον «ἀργολογίας». Τί θά πεῖ ἀργολογία; Κουτσομπολιό. Ἀχρηστολογία. Ὑπάρχει κάτι ποῦ λέγεται περιαυτολογία· νά μιλᾶς γιά τόν ἑαυτό σου. Κακό πράγμα! Ὑπάρχει κάτι ἄλλο πού λέγεται καυχησιολογία· νά ἀρχίσεις νά καυχᾶσαι γιά τόν ἑαυτό σου. Ἄλλη ἀρρώστια! Ὑπάρχει ἄλλο ἕνα πάθος πού λέγεται πολυλογία· νά μιλᾶς ἀκατάσχετα καί ὁ ἄλλος νά μήν μπορεῖ νά πάρει σειρά νά πεῖ κάτι. Καί ὑπάρχει καί αὐτό πού λέγεται ἀργολογία, τό ὁποῖο σημαίνει νά λές ἀνοησίες ἤ ἄχρηστα πράγματα. Λόγια πού δέν χρειάζονται, πού δέν προσφέρουν τίποτα. Συχνά ὁμολογοῦμε ὅτι «πῆγα καί σκότωσα τήν ὥρα μου. Εἴπαμε καί κανένα χαζό». Ὄχι τέτοιο πράγμα. Ἀπό τό στόμα μᾶς «λόγος ἀργός», δηλαδή μή ζωντανός, μή οὐσιαστικός «μή ἐκπορευέσθω» (Ἔφεσ. 4,29), νά μήν βγαίνει, μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας καί οἱ ἅγιοί μας. Γιά φαντασθεῖτε πάλι τή ζωή μας νά οἰκοδομεῖται πάνω σε περιεκτικούς, οὐσιαστικούς λόγους. Νά μήν ἔχει, λοιπόν, οὔτε τό ἀγκάθι τοῦ ἄχρηστου, ἀνόητου λόγου, οὔτε τοῦ περίεργου λόγου, οὔτε τοῦ κατακριτικοῦ λόγου, οὔτε τοῦ ὑπεροχικοῦ λόγου, ἀλλά νά εἶναι στόμα καθαρό, λόγος παστρικός, πεντακάθαρος. «Εἰ τίς ἐν λόγω οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ», λέει στήν ἐπιστολή τοῦ Ἰακώβου (Ἴακ. 3,1). Αὐτός πού ἔχει καθαρό στόμα καί δέν φταίει μέ τό στόμα τοῦ αὐτός ἐγγίζει πλέον τήν κατάσταση τῆς τελειότητος.

Καθώς, λοιπόν, ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά μήν ἐπιτρέψει στήν ψυχή μᾶς τήν παρουσία αὐτῶν τῶν τεσσάρων ἀδυναμιῶν, στήν οὐσία, μέ τήν προσευχή αὐτή, ζητοῦμε τήν ὑποκατάστασή τους ἀπό τέσσερις ἀρετές: ἀντί τῆς ἀργίας, τό φιλότιμο καί τόν ἅγιο ζῆλο. Στή θέση τῆς περιέργειας, τό ἀπερίεργον, τό ἀπερίσπαστον καί τή σύνεση. Ἀντί τῆς φιλαρχίας, τήν ὑποχωρητικότητα καί τήν εὐγενῆ συστολή . Καί, τέλος, ἀντί τῆς ἀργολογίας, τή σιωπή καί τόν «ἅλατι ἠρτυμένον λόγον» (Κόλ. 4,6).
Ὁ ὅσιος, ὅμως, Ἐφραίμ στήν περίφημη προσευχή του δέν ζητάει μόνον τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά τέσσερα μεγάλα πάθη πού προαναφέραμε, ἀλλά ζητάει ἀπό τόν Κύριο καί τό δῶρο τεσσάρων μεγάλων ἀρετῶν: «Πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης». Τέσσερις ἐκπληκτικές ἀρετές!

Η Σωφροσύνη
Πρώτη ἀρετή, ἡ σωφροσύνη. Σωφροσύνη βγαίνει ἀπό τίς λέξεις σῶος καί φρήν-φρενός, καί σημαίνει ἔχω σώας τάς φρένας, ἀκέραιο τόν νοῦ μου. Σωφροσύνη μέ τήν εἰδική ἔννοια τοῦ ὄρου σημαίνει ἐγκράτεια, ἁγνότητα, καθαρότητα στό σῶμα καί στήν ψυχή. Μέ τήν εὐρύτερη ὅμως ἔννοια σωφροσύνη σημαίνει γενικευμένη ἀκεραιότητα. Τό νά μήν ἔχει κανείς στό μυαλό τοῦ τήν ἀρρώστια τῶν μειονεκτικῶν λογισμῶν, τῶν νοσηρῶν σκέψεων.
Στήν ἀντίθετη περίπτωση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει σώας τα φρένας του. Νομίζει ὅτι ὅλοι τόν κυνηγοῦν, ὅτι ὅλοι του δημιουργοῦν προβλήματα, ὅτι ὅλοι ἔχουν παράπονα. Καί δέν ἔχει κανένας. Δέν ἀσχολοῦνται μαζί του. Δέν ἔχει σώας τα φρένας, λένε. Τά ἔχασε. Εἶναι διαταραγμένη ἡ ἰσορροπία τῆς σκέψης του. Σωφροσύνη, λοιπόν, σημαίνει καθαρότητα καί ἀκεραιότητα. νά εἶναι κανείς ἰσορροπημένος πνευματικά, νά μπορεῖ ὁ λογισμός του νά λειτουργεῖ μέ σαφήνεια, χωρίς ἀρρώστιες ψυχολογικοῦ τύπου, μειονεξία ἡ καχυποψία ἡ κυκλοθυμία κ.ο.κ.

Ἡ πρώτη, λοιπόν, ἀρετή εἶναι ἡ καθαρότητα, ἡ καθαρότητα τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Ἡ ἐποχή πού ζοῦμε εἶναι ἡ ἐποχή πού μολύνει αὐτήν τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Εὔκολά το μάτι μᾶς ἀρχίζει νά κλέβεται ἀπό ψευτοέρωτες -«ἐκ τοῦ ὁρᾶν τίκτεται τό ἐρᾶν»- καί τό σῶμα μας νά ἑλκύεται ἀπό λάθος ἱκανοποιήσεις καί κάνουμε τίς ὀλέθριες ὑποχωρήσεις, πού τίς σκεπάζει μετά ὁ συμβιβασμός μιᾶς δύσκολης ἐποχῆς, ἡ ὁποία ὅλα ξέρει νά τά δικαιολογεῖ. Χριστιανός ὅμως σημαίνει πεντακάθαρη κατάσταση. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιά τούς Ἱερεῖς, καί γιατί ὄχι γιά κάθε χριστιανό, πρέπει νά εἶναι καθαρότερος ἀπό τίς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου. Ὄχι τό μυαλό συνέχεια στό πονηρό, στό σαρκικό, στό ρυπαρό, ἀλλά νά ἀναπαύεται ἡ σκέψη καί ἡ διάθεση σέ ὅ ,τί εἶναι καθαρό, διότι μόνον ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς ἐγγυᾶται τή θέα τοῦ Θεοῦ: «Μακάριοι οἱ καθαροί τή καρδία ὅτι αὐτοί, τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5,8).
Ἡ πρώτη, λοιπόν, ἀρετή πού προσευχόμαστε καί ζητοῦμε ὡς δῶρο ἀπό τόν Θεό εἶναι ἡ σωφροσύνη, αὐτή ἡ ἀκεραιότητα πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά μήν εἶναι σάν ραγισμένο βάζο, οὔτε σάν λεκιασμένο σεντόνι, ἀλλά σάν σῶμα χωρίς οὐλή, σάν κρύσταλλο χωρίς σημάδι, σάν κάτι πού δέν ἔχει ποτέ συγκολληθεῖ, ἀλλά διατηρεῖ τήν ἀρχική του ἀκεραιότητα. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή.

Ἡ ταπεινοφροσύνη
Δεύτερη ἀρετή, ἡ ταπεινοφροσύνη. Τί ὡραία, τί μεγάλη ἀρετή! Ἀκούσαμε στήν Ἐκκλησία μας, στήν ἀρχή τοῦ Τριωδίου, τήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου καί ἐκεῖ ἔλεγε ὁ εὐαγγελιστής ὅτι «ὁ ταπεινῶν ἐαυτόν ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18,14). Ἐπίσης, ὁ πρῶτος μακαρισμός ἀφιερώνεται στούς ταπεινούς: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,3). Πτωχός τῷ πνεύματι εἶναι αὐτός πού εἶναι ταπεινός, αὐτός πού δέν ἔχει σέ καμία ἰδιαίτερη ὑπόληψη τόν ἑαυτό του. Λέγουν κάποιοι -χωρίς κατ' ἀνάγκην αὐτό νά εἶναι σωστό - ὅτι ἡ λέξη ταπεινός προέρχεται ἀπό τόν τάπητα, τό χαλί. Ταπεινός εἶναι αὐτός πού δέχεται νά τόν πατᾶς χωρίς νά διαμαρτύρεται. Καί καμιά φορᾶ εἶναι μερικά χαλιά πού τά πατᾶς καί ζωντανεύουν πιό πολύ. Ἔτσι εἶναι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος. Ὁ ταπεινός εἶναι εἰκόνα τῆς Θεοτόκου· παραδίδεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὑποδέχεται τή μεταμορφωτική χάρι Τοῦ μέσα στήν ψυχή του.

Ἡ ὑπομονή
Ἅς πλησιάσουμε τήν τρίτη ἀρετή. «Πνεῦμα ὑπομονῆς». «Ἐν τῇ ὑπομονή ὑμῶν κτήσασθαι τάς ψυχᾶς ὑμῶν» (Λουκ. 21,19), λέγει ὁ Κύριος στούς μαθητές Του. Ἄλλη μιά ἀρετή πού τόσο χρειάζεται, ἀλλά τόσο τήν ἀγνοεῖ ἡ ἐποχή μας. Στίς μέρες μας δέν κάνουμε ὑπομονή.
Θέλουμε τόν Θεό νά ἀπαντήσει ἐδῶ καί τώρα. Καί Αὐτός δέν ἀπαντᾶ. Ἔχει τούς λόγους Του. Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά κάνουμε ὑπομονή, γιά νά ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή μας· ὄχι ὁ χρόνος τῆς δικῆς μας ἐπιλογῆς.
Ἄλλοτε πάλι παίρνουμε μία ἀπόφαση καί θέλουμε ἐδῶ καί τώρα νά καταφέρουμε τόν στόχο μας. Χρειάζεται ἡ ὑπομονή τοῦ ἐαυτοῦ μας, νά ὑπομείνουμε τόν ἑαυτό μας. Νά τόν περιμένουμε. νά ἔλθει καί ἐκείνου ἡ ὥρα.
Τρίτη περίπτωση, ἡ ὑπομονή τοῦ ἀδελφοῦ μας, τοῦ διπλανοῦ μας. Ἔχουμε τό παιδί μας. Παίρνει ἕναν ἄλλο δρόμο, κάνει ἄλλες ἐπιλογές στή ζωή του ἀπό αὐτές πού ἐμεῖς θά θέλαμε. Τρέμει τό φιλοκάρδι μας. Τό καλοῦμε, τοῦ κάνουμε μιά ἐπίθεση ἐλέγχου, δίνουμε καί μερικές συμβουλές καί ἀπαιτοῦμε νά διορθωθεῖ. Μά δέ γίνεται ἔτσι. Ἐμεῖς τόσο εὔκολα διορθωνόμαστε; Ἐδῶ χρειάζεται νά κάνουμε ὑπομονή γιά τό παιδί μας. Νά τό περιμένουμε. Γι' αὐτό λέγει «ἐν τῇ ὑπομονή ὑμῶν κτήσασθαι τάς ψυχᾶς ὑμῶν». Μέ τήν ὑπομονή σας θά ἀποκτήσετε τόν ἔλεγχο τῶν ψυχῶν σας. Μέ τήν ὑπομονή θά πιάσεις τήν ψυχή σου καί θά τήν κυβερνήσεις, θά κρατήσεις τό τιμόνι της. Ἔτσι, μέ τήν ὑπομονή μας, περιμένοντας τόν Θεό, δίνοντας χρόνο στόν ἑαυτό μας, ἀναγνωρίζοντας στά παιδιά μας καί στούς συνανθρώπους μᾶς τό δικαίωμα τοῦ χρόνου τους, θά κερδίσουμε καί τίς δικές τους ψυχές, θά ἀποκτήσουμε καί τίς δικές μας. Θά τίς κατακτήσουμε ἐν Χριστῷ καί ἐν ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη
Τέλος, ζητοῦμε «πνεῦμα ἀγάπης». Στήν Κλίμακα τῶν ἀρετῶν, ὅπως τήν παρουσιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ἐμφανίζεται ἡ διάκριση ὡς «ἡ μείζων των ἀρετῶν». Στό τέλος ὑπάρχει ἕνα κεφάλαιο γιά τρεῖς ἀρετές: τήν πίστη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη. «τά τρία ταῦτα», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Ἅ' Κορ. 13,13). Ἀγάπη γενική: καί πρός τόν Θεό καί πρός τόν ἀδελφό καί πρός ὅλο τόν κόσμο. Δέν ὑπάρχει ἀγαπῶ ἕναν, δυό, πέντε, τήν οἰκογένειά μου, τούς φίλους μου καί δέν ἀγαπῶ τούς ἄλλους. Ἀγάπη ἔχει αὐτός πού ἀγαπᾶ ὅλη τήν κτίση. Ἀγαπᾶ τά ζῶα, ἀγαπᾶ τούς ἐχθρούς, ἀγαπᾶ τούς γνωστούς καί τούς ἀγνώστους, ἀγαπᾶ τούς εὐεργέτες καί αὐτούς πού τόν ἀντιπαθοῦν, ὅπως ὁ Θεός «βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους». Ἀγάπη μεριζομένη καί μή καθολική δέν εἶναι ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη δέν διαιρεῖ οὔτε ξεχωρίζει τούς ἀποδέκτες της, ἀλλά κομματιάζει τήν πηγή της. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη πού μᾶς κάνει νά κομματιαζόμαστε, γιατί ὁ διπλανός εἶναι ὁ ἀδελφός, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δέν θά μπορέσουμε νά περάσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν εἰκόνα περνᾶμε στό πρωτότυπο. Ἀπό τόν ἀδελφό στόν Θεό. Τόν ἀδελφό ἔβαλε ὁ Θεός δίπλα μας, γιά νά μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ πόρτα τῆς σωτηρίας μᾶς εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Τί φοβερή ἀρετή! Ἀλλά τί δύσκολη πού μᾶς φαίνεται! Πόσο ὅμως διαφορετική δέν θά ἦταν ἡ κοινωνία μας, ἡ κοινωνία μας ὡς πιστῶν, ἐδῶ σε αὐτή τήν ἐνορία πού βρισκόμαστε ὅλοι μαζί, ἄν μπορούσαμε νά εἴχαμε αὐτήν τήν ἐλευθερία, τήν πληρότητα, τή θυσιαστικότητα τῆς ἀγάπης, τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης! Νά ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους ὄχι σάν τόν ἑαυτό μας, ἀλλά πιό πολύ καί ἀπό τόν ἑαυτό μας, γιατί ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον, εἶναι κομμάτι μας, εἶναι ὁ καλύτερος ἐαυτός μας, εἶναι παιδί καί ἀδελφός του Χριστοῦ, εἶναι ὁ ὁρατός Θεός ἐκείνης τῆς στιγμῆς· εἶναι ἡ ἀφορμή γιά τήν ἔξοδο ἀπό τόν ἐγωισμό μας, εἶναι ἡ εὐκαιρία γιά τή συνάντηση μέ τόν Θεό μας.
Νά, λοιπόν, τί ζητοῦμε. Νά μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Θεός ἀπό «πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας» καί νά φυτέψει στήν καρδιά μᾶς «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης».

Τά «ἐμᾶ πταίσματα» καί ἡ κατάκριση τοῦ ἀδελφοῦ
Καί συνεχίζει ἡ προσευχή: «Ναί, Κύριε, δώρησαι μοί τοῦ ὁρᾶν τά ἐμᾶ πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου». Δώσ' μου τή μεγάλη εὐλογία ἀντί νά ἀσχολοῦμαι μέ τά ὑποθετικά ἐλαττώματα καί τίς ἀδυναμίες τοῦ ἀδελφοῦ μου, νά κοιτάξω τά πραγματικά δικά μου πταίσματα. Λέει πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, πού σήμερα εἶναι ἡ μέρα του, ὅτι ἀκόμα κι ἄν ζοῦσες ἑκατό χρόνια καί κάθε μέρα ἔριχνες δάκρυα ὅσο εἶναι τό νερό τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, δέν θά μποροῦσες νά ξεπλύνεις τά πραγματικά σου ἐλαττώματα, πού ὅμως ποτέ δέν θά μπορέσεις νά διακρίνεις. Ἅς ἔχει καθένας μᾶς τήν αἴσθηση μιᾶς στοιχειώδους αὐτογνωσίας, πῶς διακατεχόμεθα ἀπό ἀδυναμίες, ἀπό πάθη, ἀπό ἁμαρτίες τίς ὁποῖες συνεχῶς διαπράττουμε. Ὁ καθένας μᾶς ἔχει τό δικό του φορτίο τῶν παθῶν καί τῶν ἀδυναμιῶν. Μέ αὐτό νά ἀσχοληθεῖ. Αὐτό θά πεῖ αὐτογνωσία. «Δώρησαι μοί, Κύριε, τοῦ ὁρᾶν τά ἐμᾶ πταίσματα». Νά ἀντικρύζω τά δικά μου πταίσματα καί νά μήν κατακρίνω τόν ἀδελφό μου καί νά μήν τόν καταδικάζω μέσα μου εἴτε μέ τόν λόγο εἴτε μέ τήν ἐσωτερική σκέψη καί κρίση μου.

Ὑπάρχει ἕνας ἅγιος ἀπό τούς πιό γλυκούς καί ἀγαπημένους πρόσφατους ἁγίους, ὁ ἅγιος Σάββας ὁ Νέος της Καλύμνου. Ἕνας ἅγιος ὁ ὅποιος ἐκοιμήθη τό 1948. Πέρασε καί ἕνα διάστημα τῆς ζωῆς τοῦ ἐδῶ στήν Ἀθήνα. Τόν τιμᾶ ἰδιαίτερα ἡ Κάλυμνος. Σύγχρονος ἅγιος! Λίγο μετά τόν ἅγιο Νεκτάριο. Ἕνας γλυκύτατος ἄνθρωπος. Ἕνας ἐπιεικέστατος ἅγιος. Παραμυθητικός, φιλάνθρωπος, γεμάτος συμπάθεια καί κατανόηση, ἐπιείκεια καί συγχωρητικότητα. Συνέρρεε ὁ κόσμος γιά ἐξομολόγηση. Ὅλα τα συγχωροῦσε. Γιά δύο ὅμως ἁμαρτίες ἦταν ἀδυσώπητος. Ἡ μία ἡ βλασφημία, καί τό καταλαβαίνουμε. Ἡ δεύτερη ἡ κατάκριση. Κατέκρινες τόν ἀδελφό σου καί τοῦ τό ἔλεγες; Αὐστηρό κανόνα ἔβαζε. Ἀκοινωνησία! Νηστεύεις; Ρωτοῦσε. Μά ἐσύ καταβροχθίζεις τίς σάρκες τοῦ ἀδελφοῦ σου. Ὁ ἅγιος αὐτός, αὐτό τό ἀρνάκι, δέν μποροῦσε νά δεχθεῖ τό πάθος τῆς κατάκρισης. Μεγάλη ἁμαρτία πού ροκανίζει τήν ἴδια τήν ὑπόσταση τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἐκκλησία. Ὁ ἕνας νά φάει τόν ἄλλον. Νά τόν κουτσομπολέψει, νά τόν καταδικάσει. Μέσα στήν ἴδια τήν ἐνορία, στά σπίτια μας, στούς χώρους ἐργασίας μας. Σκληροί ἐπικριτές, ἀνυποχώρητοι θεατές ἐλαττωμάτων, ἐπίμονοι ἐρευνητές σφαλμάτων. Δυστυχῶς, ἡ ἀρρώστια αὐτή εἶναι καί παλιά καί βαθειά καί διαδεδομένη.

Νομίζω ὅτι σᾶς κούρασα. Πέρασε ἡ ὥρα. Θά κάνω μία σύνοψη πού περιγράφει τό βαθύτερο ἦθος καί τόν λόγο αὐτῆς τῆς προσευχῆς, μέσα ἀπό τέσσερις παρατηρήσεις. Ἄν προσέξουμε, παρουσιάζει μερικά πολύ ἐνδιαφέροντα κρυμμένα χαρακτηριστικά.

Η προσευχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ ἑστιάζει μέσα μας
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι στήν ἀπαρίθμηση τῶν παθῶν τῆς προσευχῆς ἀποφεύγονται τά θανάσιμα λεγόμενα πάθη, ὅπως τό μίσος, ἡ φιληδονία, ὁ θυμός, ἡ φιλαργυρία καί ἄλλα, καί ἀναφέρονται μερικά πού μᾶλλον συνήθεις ἀνθρώπινες ἀδυναμίες εἶναι παρά ἔντονα διαστροφικές καταστάσεις. Ποιός ὁ λόγος πού ἐπιλέγονται αὐτά καί ὄχι τά πρῶτα; Ἡ ἀργία, ἡ ἀργολογία δέν βλάπτουν κανέναν ἄλλον παρά μόνον τόν ἄνθρωπο πού τίς ἔχει. Καί εἶναι τόσο ἀνθρώπινο νά εἶναι κανείς περίεργος ἤ ἔστω νά ἐπιζητεῖ τά πρωτεῖα. Ποιός, ἀλήθεια, δέν τά ἔχει κάπως μέσα του αὐτά; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἐδῶ προσευχόμαστε ὄχι γιά διαστροφές πού μόνοι μας πρέπει νά καταπολεμήσουμε ἀλλά γιά ἐσωτερικές ἀδυναμίες πού ἐνδόμυχα καλλιεργοῦμε καί πνίγουν τήν ἐλευθερία μας καί μᾶς χρειάζεται τόσο ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ προσευχή αὐτή ἔχει σάν στόχο τό συμμάζεμα τοῦ ἐαυτοῦ, τό νά ἔλθει κανείς «εἰς ἐαυτόν». Ἐάν ὁ σκοπός μᾶς εἶναι ἡ στροφή μας πρός τόν Θεό, τότε πρέπει ὁπωσδήποτε νά προηγηθεῖ ἡ στροφή πρός τά μέσα μας: «Νοῦς μή σκεδαννύμενος ἐπί τά ἔξω, ἐπανεισι εἰς ἐαυτόν καί δί' ἐαυτοῦ πρός τόν Θεόν». Γι' αὐτό καί τά τέσσερα πάθη γιά τά ὁποῖα μιλάει εἶναι πάθη πού δέν φαίνονται μεγάλα, ἀλλά ἔχουν καταστροφική δράση μέσα μας. Εἶναι πάθη διασπορᾶς τῆς σκέψης καί σκορπισμού τῆς καρδιᾶς, πάθη πού ξοδεύουν τόν πλοῦτο της: Ἡ ἀργία τόν χρόνο της· ἡ περιέργεια τήν ἀλήθειά της, τήν στροφή στό ἕνα «οὐ ἐστι χρεία»· ἡ φιλαρχία τήν ἀγάπη της, τή σχέση της μέ τόν ἀδελφό· καί ἡ ἀργολογία τόν λόγο της. Ὅλα μαζί τήν περιουσία τῆς πνευματικῆς οὐσίας της. Καταναλώνουν τό δυναμικό της ψυχῆς στά μή οὐσιώδη. Τότε γίνεται πολυπόρευτος ἡ διάνοια καί στή συνέχεια ὀλισθηρά, ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ ὅσιος Ἐφραίμ. Γλιστράει, ξεφεύγει, χάνεται, καταστρέφεται.

Ἄν ὅμως συμμαζευτεῖ ὁ νοῦς, τότε μπορεῖ νά κάνει προσευχή καί νά στραφεῖ πρός τόν Θεό. Βλέπετε καί ἀπό τίς ἀρετές δέν ἐπιλέγει τήν προσευχή, τή μετάνοια, τήν πίστη, τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη, τή νηστεία. Ἀλλά διαλέγει ἀρετές πού ἡσυχάζουν τόν ἔσω ἄνθρωπο καί τόν συμμαζεύουν, ὅπως ἡ σωφροσύνη καταστέλλει τίς κινήσεις τῆς σάρκας, ἡ ταπεινοφροσύνη τά πετάγματα τοῦ ἐγωισμοῦ, ἡ ὑπομονή τά ξαφνιάσματα τοῦ χρόνου καί ἡ ἀγάπη τίς ἐνοχλήσεις τῶν ἀδελφῶν. Κάποιες διαλέγει ἀπό τίς ἀρετές καί κάποια ἀπό τά πάθη. Αὐτά τά πάθη τά ὁποῖα εἶναι πολύ λεπτά καί ἀποτελοῦν τή βάση τῆς ἀρρώστιας τῆς ψυχῆς καί αὐτές τίς ἀρετές πού ἀποτελοῦν τό θεμέλιό της ἀνάστασης καί τῆς ἀνάτασής της. Αὐτό εἶναι τό ἕνα.

Οἱ ἀρετές ὡς δωρεές τοῦ Θεοῦ
Τό δεύτερο. Οἱ ἀρετές σέ αὐτήν τήν προσευχή δέν ἐμφανίζονται σάν κατάκτηση, σάν ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλά σάν δωρεές τοῦ Θεοῦ. Τό ρῆμα πού χρησιμοποιεῖται γιά τήν ἀπόκτησή τους εἶναι τό «Δώρησαι μοί», χάρισέ μου. Δέν λέει ὅτι θά προσπαθήσω νά τά ἀποκτήσω, ἀλλά τά ζητάει ὁ προσευχόμενος ἀπό τόν Θεό ὡς δῶρα. Οἱ ἀρετές εἶναι δῶρα. Δέν εἶναι κατορθώματα. Εἶναι καρπός τῆς χάριτος· ὄχι τοῦ ἀγώνα. Ὁ ἀγώνας ἁπλά ἐκφράζει τό φιλότιμό μας. Εἶναι τό ἀναγκαῖο ἔλασσον. Ἡ χάρις εἶναι τό ἐνεργοῦν μεῖζον. Ὅσο κι ἄν προσπαθήσουμε, χωρίς τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τίποτα δέν θά καταφέρουμε. Καί ἄν δέν ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ στή ζωή μᾶς αὐτές οἱ ἀρετές, τότε ὅποιος τίς εἶχε θά δικαιοῦτο νά καυχᾶται. Ἐνῶ τώρα, κι ἄν τίς ἔχεις, δέν δικαιοῦσαι νά καυχηθεῖς, γιατί καί ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀγάπη καί ἡ σωφροσύνη καί ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι μείζονα δῶρα ποῦ τελικῶς τά χορηγεῖ ὁ Θεός σέ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταθέσει ὡς ἐλάχιστη προϋπόθεση τή συγκατάθεσή τους: «τί δέ ἔχεις ὁ οὐκ ἔλαβες; εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὤως μή λαβῶν;»(Ἅ' Κορ. 4,7).

Τό "πνεῦμα" ὡς φρόνημα
Ἅς προχωρήσουμε στήν τρίτη παρατήρηση, στή λέξη πνεῦμα. Ὁ ὅσιος προτάσσει τῶν παθῶν καί τῶν ἀρετῶν αὐτή τή λέξη: «πνεῦμα ἀργίας», δέν λέγει ἀργία. Καί μετά λέγει «πνεῦμα σωφροσύνης». Τί σημαίνει αὐτή ἡ λέξη; Σημαίνει νά μοῦ δώσει ὁ Θεός τή διάθεση, τό φρόνημα, τόν πόθο νά λαχταρήσω αὐτές τίς ἀρετές, νά μισήσω αὐτές τίς ἀδυναμίες, ὥστε πάνω σ' αὐτήν τήν ἐσωτερική κατάσταση καί ἐπιθυμία, στό ἔδαφος αὐτό, νά μπορέσει Ἐκεῖνος νά φυτεύσει τόν σπόρο τῆς ἀρετῆς. Αὐτό πού μᾶς χρειάζεται, λοιπόν, καί προσευχόμαστε εἶναι τό φρόνημα τῆς ἀρετῆς, τό πνεῦμα τῆς ἀρετῆς, γιά νά μπορέσει ὁ Κύριος νά μᾶς δώσει τήν ἴδια τήν ἀρετή, τόν καρπό τῆς ἀρετῆς.

Δοῦλος καί ἀδελφός
Καί τό τέταρτο εἶναι πολύ ὡραῖο. Νά τό ξαναπῶ, γιά νά δεῖτε δυό λέξεις: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοί δῶς». Δέν θά τό σχολιάσουμε αὐτό. «Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαι μοί τῷ σῶ δούλω. Ναί, Κύριε, δώρησαι μοί τοῦ ὁρᾶν τά ἐμᾶ πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου».
Ἐνώπιόν του Θεοῦ ὁ χριστιανός εἶναι δοῦλος καί δίπλα στόν πλησίον εἶναι ἀδελφός. Σέ αὐτό μας καλεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὄχι μόνον τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀλλά πάντοτε. Νά λέμε «δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμεν, ὅτι ὁ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10). Τελικά, καί τά καλά πού κάνουμε εἶναι αὐτά πού πρέπει νά κάνουμε, γιατί εἴμαστε ἄχρηστοι δοῦλοι. Τό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Νά αἰσθανθεῖ καθένας ἐνώπιόν του Θεοῦ τήν ταπείνωση τοῦ δούλου καί δίπλα στόν πλησίον τή χαρά τοῦ ἀδελφοῦ.

Ἔτσι ἄν ξεκινήσουμε τήν πορεία μᾶς τήν πνευματική, μέ αὐτό τό φρόνημα καί σέ αὐτό τό πνεῦμα ἄν τήν ἀναβαπτίσουμε, θά μπορέσουμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά προχωρήσουμε ἀπό τό ἦθος, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, στήν κατάσταση τῶν ἀρετῶν. Τότε ὁ Θεός θά δώσει αὐτές οἱ ἀρετές νά διακρίνουν καί τή ζωή τοῦ καθενός μας σέ κάποιο βαθμό, ἀλλά κυρίως θά δώσει νά ἀνθίσουν στό ἔδαφος τῶν πνευματικῶν κοινοτήτων μας, τῆς ἴδιας μας τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν ζούσαμε ὡς Ἐκκλησία αὐτήν τή καθαρότητα, δέν θά χρειαζόταν νά μιλᾶμε γιά κάθαρση. Ὅταν στήν Ἐκκλησία μᾶς κυριαρχεῖ ἡ σωφροσύνη, ἡ ταπεινοφροσύνη , ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀγάπη, τότε τί θέση ἔχει ἡ λεγόμενη κάθαρση; Τότε δέν θά ἤμασταν Ἐκκλησία πού τῆς ἀπαιτοῦν κάθαρση, ἀλλά θά ἤμασταν κοινωνία πού θά χόρταινε ἀπό γνήσια μαρτυρία.

Ξεκίνησα λέγοντας ὅτι μᾶς μένουν ἀκόμη δυό ἑβδομάδες Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Δύο ἑβδομάδες συνεχοῦς εὐλογημένου ἐπηρεασμοῦ τῆς ψυχῆς μας ἀπό τήν εὐλογία αὐτῆς τῆς προσευχῆς καί τῶν ἀληθειῶν της. Νά δώσει ὁ Θεός ἡ προσευχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ νά εἶναι μιά προσευχή πού αὐτός μέν τήν ἔγραψε, ἐμεῖς ὅμως ὡς Ἐκκλησία καί πρόσωπα τή ζοῦμε. Μιά προσευχή πού θά βγαίνει ἀπό τήν καρδιά μας, θά βγαίνει ὅμως καί ἀπό τή ζωή μας.
Τότε, καθώς θά φθάνουμε στό Πάσχα, ἡ ψυχή μας θά εἶναι ἕτοιμη καί καθαρή σάν τόν κενό τάφο νά δεχθεῖ τόν Ἀναστημένο Χριστό. Νά δώσει λοιπόν ὁ Θεός πλούσια τήν εὐλογία Του καί κατά τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς Τεσσαρακοστῆς, καί ὅλους νά μᾶς ἀξιώσει πανέτοιμοι, ἤ μᾶλλον ὅσο τό δυνατόν ἕτοιμοι, νά μποῦμε μέσα στό κανάλι αὐτό τό εὐλογημένο , σέ αὐτόν τόν μετασχηματιστή τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, γιά νά φθάσουμε ἑνωμένοι καί ἀγαπημένοι ἐνώπιόν του Θεοῦ ὡς δοῦλοι καί μεταξύ μας ὡς ἀδελφοί,γιά νά μπορέσουμε ὅλοι μαζί καί ὁ καθένας ξεχωριστά νά τόν ἀντικρύσουμε Ἀναστάντα. Ἀμήν.

Κυριακή
28
Φεβρουαρίου
Κυριακή του Ασώτου, Βασιλείου ομολογητού, Προτερίου, Νέστορος μάρτυρος
Copyright ©
Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Δημητρίου Άρτας