08.04.2017

Η Ανάσταση του Αγίου Λαζάρου - Τὸ προοίμιο τοῦ Σταυροῦ

π. Ἀ­λέξανδρος Σμέ­μαν, Η Μεγάλη Εβδομάδα, Συν­το­μὴ λει­τουρ­γι­κὴ ἐ­ξη­γή­σῃ τῶν ἡ­με­ρῶν τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δος. Ἐκδ. Ἀ­κρί­τας 1990.

«Τὴν ψυ­χω­φε­λῆ πλη­ρώ­σαν­τες Τεσ­σα­ρα­κο­στήν, καὶ τὴν Ἁ­γί­αν Ἑ­βδο­μά­δα τοῦ Πά­θους Σου, αἰ­τοῦ­μεν κα­τι­δεῖν Φι­λάν­θρω­πε …» Μὲ αὐ­τὰ τὰ λό­γι­α τοῦ στι­χη­ροὺ στον ἐ­σπε­ρι­νὸ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, πρὶν τὴν Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Βα­ΐ­ων, τε­λει­ώ­νει ἡ Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή. Μπαί­νου­με πι­ὰ στην «Ἁ­γί­α Ἑ­βδο­μά­δα», στην πε­ρί­ο­δο τοῦ ἐ­ορ­τα­σμοὺ τῶν πα­θῶν τοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ Θα­νά­του καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως Τοῦ. Πε­ρί­ο­δός που ἀρ­χί­ζει ἀ­πὸ τὸ Σάβ­βα­το τοῦ Λα­ζά­ρου .Ταὐτὸν

Τὰ γε­γο­νό­τα τῆς δι­πλῆς γι­ορ­τής, ἡ ἀ­να­στά­σῃ τοῦ Λα­ζά­ρου καὶ ἡ εἴ­σο­δος τοῦ Κυ­ρί­ου στα Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἀ­να­φέ­ρον­ται στα λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να σὰν «προ­οί­μι­ο τοῦ Σταυ­ροῦ». Ἔτ­σι, γι­α να κα­τα­λά­βου­με κα­λύ­τε­ρα αὐ­τὰ τὰ γε­γο­νό­τα, θὰ πρέ­πει να τὰ δοῦ­με μέ­σα στα πλαί­σι­α τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας. Τὸ κοι­νὸ ἀ­πο­λυ­τί­κι­ο τῶν δύ­ο αὐ­τῶν ἡ­με­ρῶν: «τὴν κοι­νὴν ἀ­νά­στα­σιν πρὸ τοῦ σου πά­θους πι­στού­με­νος, ἐκ νε­κρὼν ἤ­γει­ρας τὸν Λά­ζα­ρον, Χρι­στὲ ὁ Θε­ός…» μας βε­βαι­ώ­νει, μὲ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὸ τρό­πο, γι­α τὴν ἀ­λή­θει­α τῆς κοι­νῆς ἀ­να­στά­σης. Εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ ὅ­τι μι­ᾷ ἀ­πό τις με­γά­λες γι­ορ­τὲς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἡ θρι­αμ­βευ­τι­κὴ εἴ­σο­δος τοῦ Κυ­ρί­ου στα Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, γί­νε­ται ὁ ὁ­δη­γὸς στην πο­ρεί­α μας μέ­σα στο σκο­τά­δι τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἔτ­σι τὸ φῶς καὶ ἡ χα­ρὰ λάμ­πουν ὄ­χι μό­νο στο τέ­λος τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δος ἀλ­λὰ καὶ στην ἀρ­χὴ τῆς. Τὸ φῶς καὶ ἡ χα­ρὰ φω­τί­ζουν αὐ­τὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτουν τὸ βα­θὺ καὶ τε­λι­κὸ νό­η­μα τοῦ.

Ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­ναι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι με τὴν Ὀρ­θο­δό­ξῃ λα­τρεί­α γνω­ρί­ζουν τὸν ἰ­δι­ό­τυ­πο, σχε­δὸν πα­ραάδο­ξο, χα­ρα­κτῆ­ρα τῶν ἀ­κο­λου­θι­ῶν τοῦ Σαβ­βά­του τοῦ Λα­ζά­ρου. Εἶ­ναι, θὰ λέ­γα­με, Κυ­ρι­α­κὴ καὶ ὄ­χι Σάβ­βα­το, δη­λα­δὴ ἔ­χου­με μέ­σα στο Σάβ­βα­το ἀ­να­στα­σί­μη ἀ­κο­λου­θί­α. Ξε­ρου­με ὅ­τι τὸ Σάβ­βα­το εἶ­ναι βα­σι­κὰ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στους τε­θνε­ῶ­τες καὶ ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α γί­νε­ται στῇ μνή­μη τούς. Ὅ­μως τὸ Σάβ­βα­το τοῦ Λα­ζά­ρου εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ἡ χα­ρά πού δι­α­πο­τί­ζει τις ἀ­κο­λου­θί­ες αὐ­τῆς τῆς ἡ­μέ­ρας, το­νί­ζει ἕ­να κεν­τρι­κὸ θέ­μα: τὴν ἐ­περ­χο­μέ­νη νί­κη τοῦ Χρι­στοῦ κα­τὰ τοῦ Ἅ­δη.

Ἅ­δης εἶ­ναι ὁ βι­βλι­κὸς ὅ­ρος που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται γι­α να ὁ­ρί­σει τὸ θά­να­τό με τὴν παγ­κό­σμι­α δύ­να­μη τοῦ, πού με τὰ ἀ­δι­α­πέ­ρα­στα σκό­τη καὶ τῇ φθο­ρᾷ κα­τα­πί­νει κά­θε ζω­ῇ καὶ δη­λη­τη­ρι­ά­ζει ὁ­λο­κλη­ρο τὸ σύμ­παν. Ἀλ­λὰ τώ­ρα, μὲ τὴν ἀ­να­στά­σῃ τοῦ Λα­ζά­ρου, ὁ «θά­να­τος ἀρ­χί­ζει να τρέ­μει». Ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ δῶ ἀρ­χί­ζει ἡ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ μο­νο­μα­χί­α ἀ­νά­με­σα στῇ Ζω­ὴ καὶ τὸ Θά­να­το καὶ μας προ­σφέ­ρει τὸ κλει­δὶ γι­α μι­ᾷ πλή­ρη κα­τα­νο­ή­σῃ τοῦ λει­τουρ­γι­κοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ Πά­σχα.

Στην πρώ­τη Ἐκ­κλη­σί­α, τὸ Σάβ­βα­το τοῦ Λα­ζά­ρου ὀ­νο­μα­ζό­ταν «ἀ­ναγ­γε­λί­α τοῦ Πά­σχα». Πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ Σάβ­βα­το ἀ­ναγ­γε­λεῖ, προ­μη­νύ­ει, τὸ ὑ­πέ­ρο­χο φῶς καὶ τῇ γα­λή­νῃ τοῦ ἑ­πο­μέ­νου Σαβ­βά­του, τοῦ Ἁ­γί­ου καὶ Με­γά­λου Σαβ­βά­του, ποὺ εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα τοῦ Ζω­η­φό­ρου Τά­φου.

Τὸ πρῶ­το μας βῆ­μα ἂς εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θει­α να κα­τα­λά­βου­με τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Λά­ζα­ρος, ὁ φί­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­ναι ἡ προ­σω­πο­ποί­η­ση ὅ­λου τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους καὶ φυ­σι­κὰ κά­θε ἀν­θρώ­που ξε­χω­ρι­στὰ . Ἡ Βη­θα­νί­α, ἡ πα­τρί­δα τοῦ Λα­ζά­ρου, εἶ­ναι τὸ συμ­βο­λο ὅ­λου τοῦ κό­σμου, εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα τοῦ κα­θε­νός. Ὁ κα­θε­νὰς ἀ­πὸ μας δη­μι­ουρ­γή­θη­κε να εἶ­ναι φί­λος τοῦ Θε­οῦ καὶ κλή­θη­κε σ’ αὐ­τὴ τῇ θε­ϊ­κὴ Φι­λί­ᾳ που εἶ­ναι ἡ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ἡ κοι­νω­νί­α μα­ζὶ Τοῦ, ἡ συμ­με­το­χὴ στῇ ζω­ὴ Τοῦ. «Ἐν αὐ­τῷ ζω­ὴ ἤν, καὶ ἡ ζω­ὴ ἢν τὸ φῶς τῶν ἀν­θρώ­πων» (Ἴ­ω. 1, 4). Καὶ ὅ­μως αὐ­τὸς ὁ φί­λος (ὁ ἄν­θρω­πος), τὸν ὁ­ποῖ­ο τό­σο ἀ­γα­πά­ει ὁ Θε­ὸς καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο μό­νο ἀ­πὸ ἀ­γά­πη δη­μι­ούρ­γη­σε , δη­λα­δὴ τὸν ἔ­φε­ρε στῇ ζω­ή, τώ­ρα κα­τα­στρέ­φε­ται, ἐ­κμη­δε­νί­ζε­ται ἀ­πὸ μι­ᾷ δύ­να­μή που δεν τῇ δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ Θε­ός: τὸ θά­να­το . Ὁ Θε­ὸς συ­ναν­τά­ει μέ­σα στον κό­σμο, ποὺ Αὐ­τὸς δη­μι­ούρ­γη­σε, μι­ᾷ δύ­να­μή που κα­τα­στρέ­φει τὸ ἔρ­γο Τοῦ καὶ ἐ­κμη­δε­νί­ζει τὸ σχέ­δι­ο Τοῦ. Ἔτ­σι ὁ κό­σμος δεν εἶ­ναι πι­ὰ πα­ρὰ θρῆ­νος καὶ πό­νος, δά­κρυ­α καὶ θά­να­τος.

Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν αὐ­τό; Πῶς συ­νέ­βη­κε κά­τι τέ­τοι­ο; Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἐ­ρω­τή­μα­τά που δι­α­φαί­νον­ται στῇ λε­πτο­με­ρῆ δι­η­γή­σῃ που κά­νει ὁ Ἰ­ω­άν­νης στο Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ γι­α τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὅ­ταν ἔφ­τα­σε στον τά­φο τοῦ φί­λου Τοῦ Λα­ζά­ρου. «Ποῦ τε­θεί­κα­τε αὐ­τόν; λέ­γου­σι αὐ­τὼ · Κύ­ρι­ε ἔρ­χου καὶ ἰ­δέ. Ἐ­δά­κρυ­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς». (Ἰ­ώ. 11, 35). Γι­α­τί, ἀ­λή­θει­α, ὁ Κύ­ρι­ος δα­κρύ­ζει βλέ­πον­τας τὸ νε­κρὸ Λά­ζα­ρο ἀ­φοῦ γνω­ρί­ζει ὅ­τι σὲ λί­γα λε­πτὰ ὁ ἴ­δι­ος θὰ τοῦ δώ­σει ζω­ή; Με­ρι­κοὶ Βυ­ζαν­τι­νοὶ ὑ­μνο­γρά­φοι βρί­σκον­ται σὲ ἀ­μη­χα­νί­α σχε­τι­κά με τὸ ἀ­λη­θι­νὸ νό­η­μα αὐ­τῶν τῶν δα­κρύ­ων. Μι­λά­νε γι­α δά­κρυ­ά που χύ­νει ἡ ἀν­θρω­πί­νη φύ­σῃ τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­νῶ ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­να­στά­σης ἀ­νη­κεῖ στῇ θε­ϊ­κὴ Τοῦ φύ­σῃ. Ἡ Ὀρ­θο­δό­ξῃ ὅ­μως Ἐκ­κλη­σί­α μας δι­δά­σκει ὅ­τι ὄ­λες οἱ πρά­ξεις τοῦ Χρι­στοῦ ἤ­ταν «Θε­αν­δρι­κές», δη­λα­δὴ θε­ϊ­κὲς καὶ ἀν­θρώ­πι­νες ταυ­τό­χρο­να. Οἱ πρά­ξεις Τοῦ εἶ­ναι πρά­ξεις ἐ­νὸς καὶ τοῦ αὐ­τοῦ Θε­οῦ-Ἀν­θρώ­που, τοῦ σαρ­κω­μέ­νου Υἱ­οῦ τοῦ θε­οῦ. Αὐ­τός, λοι­πόν, ποὺ δα­κρύ­ζει δεν εἶ­ναι μό­νο Ἄν­θρω­πος ἀλ­λὰ καὶ Θε­ός, καὶ Αὐ­τός που κα­λεῖ τὸ Λά­ζα­ρο να βγει ἀ­πὸ τὸν τά­φο δεν εἶ­ναι μό­νο Θε­ὸς ἀλ­λὰ καὶ Ἄν­θρω­πος ταυ­τό­χρο­να. Ἑ­πο­μέ­νως αὐ­τὰ τὰ δά­κρυ­α εἶ­ναι θεῖ­α δά­κρυ­α. Ὁ Ἰ­η­σοῦς κλαί­ει γι­α­τὶ βλέ­πει τὸ θρί­αμ­βο τοῦ θα­νά­του καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς στον κό­σμο τὸ δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

«Κύ­ρι­ε, ἥ­δη ὄ­ζει…», λέ­ει ἡ Μάρ­θα καὶ μα­ζὶ τῆς οἱ πα­ρε­στῶ­τες Ἰ­ου­δαῖ­οι, προ­σπα­θών­τας να ἐμ­πο­δί­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ να πλη­σι­ά­σει τὸ νε­κρό. Αὐ­τὴ ἡ φο­βε­ρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση ἀ­φο­ρᾷ ὁ­λο­κλη­ρο τὸν κό­σμο, ὅ­λη τῇ ζω­ῇ. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ πη­γὴ τῆς ζω­ῆς. Αὐ­τὸς κά­λε­σε τὸν ἀν­θρω­πο να ζή­σει μέ­σα στῇ θεί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ζω­ῆς καὶ ἐ­κεῖ­νος τώ­ρα «ὄ­ζει» (μυ­ρί­ζει ἄ­σχη­μα). Ὁ κό­σμος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε να ἀν­τα­να­κλὰ καὶ να φα­νε­ρώ­νει τῇ δό­ξᾳ τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­κεῖ­νος «ὄ­ζει»…

Στον τά­φο τοῦ Λα­ζά­ρου ὁ Θε­ὸς συ­νάν­τα τὸ Θά­να­το, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τά που εἶ­ναι ἀν­τὶ- ζω­ή, ποὺ εἶ­ναι δι­α­λύ­σῃ καὶ ἀ­πο­γνώ­ση. Ὁ Θε­ὸς συ­νάν­τα τὸν ἐ­χθρὸ Τοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ ἀ­πέ­σπα­σε τὸν κό­σμο Τοῦ καὶ ἔ­γι­νε ὁ ἴ­δι­ος «ἄρ­χων τοῦ κό­σμου τού­του». Καὶ ὅ­λοι ἐ­μείς που ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, κα­θὼς πλη­σι­ά­ζει στον τά­φο τοῦ Λα­ζά­ρου, μπαί­νου­με μα­ζὶ Τοῦ στῇ «δι­κὴ Τοῦ ὥ­ρα» («ἰ­δοὺ ἤγ­γι­κεν ἡ ὥ­ρα…») · στην ὥ­ρα γι­α τὴν ὁ­ποί­α πο­λὺ συ­χνὰ εἶ­χε μι­λή­σει καὶ τὴν εἶ­χε πα­ρου­σι­ά­σει σὰν τὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα, τὸ πλή­ρω­μα ὁ­λο­κλή­ρου τοῦ ἔρ­γου Τοῦ.

Ὁ Σταυ­ρός, ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ καὶ τὸ παγ­κό­σμι­ο νό­η­μα τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ταί με τὴν πο­λὺ συν­το­μὴ φρά­σῃ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου: «καὶ ἐ­δά­κρυ­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς…». Τώ­ρα μπο­ροῦ­με να κα­τα­λά­βου­με γι­α­τὶ δά­κρυ­σε: ἀ­γα­ποῦ­σε τὸ φί­λο Τοῦ Λά­ζα­ρο καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­χε τῇ δύ­να­μη να τὸν φέ­ρει πί­σω στῇ ζω­ή. Ἡ δύ­να­μη τῆς Ἀ­να­στά­σης δεν εἶ­ναι ἁ­πλὰ μι­ᾷ θε­ϊ­κὴ «δύ­να­μη αὐ­τῇ καθ’ ἑ­αυ­τῇ», ἀλ­λὰ εἶ­ναι δύ­να­μη ἀ­γά­πης, ἢ μᾶλ­λον ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι δύ­να­μη.

Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι Ἀ­γά­πη καὶ ἡ Ἀ­γά­πη εἶ­ναι Ζω­ή. Ἡ Ἀ­γά­πη δη­μι­ουρ­γεῖ Ζω­ή… Ἡ Ἀ­γά­πη, λοι­πόν, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη που κλαί­ει μπρο­στὰ στον τά­φο καὶ ἡ Ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη που ἐ­πα­να­φέ­ρει τῇ ζω­ῇ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ νό­η­μα τῶν θε­ϊ­κὼν δα­κρύ­ων τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Μέ­σα ἀπ’ αὐ­τὰ ἡ ἀ­γά­πη ἐ­νερ­γο­ποι­εί­ται καὶ πά­λι – ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ, ἀ­πο­λυ­τρώ­νει, ἀ­πο­κα­θι­στᾲ τῇ σκο­τει­νῇ ζω­ῇ τοῦ ἀν­θρώ­που: «Λά­ζα­ρε, δεῦ­ρο ἔ­ξω!..» Προ­στα­γὴ ἀ­πο­λύ­τρω­σης. Κά­λε­σμα στο φῶς. Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ Σάβ­βα­το τοῦ Λα­ζά­ρου εἶ­ναι τὸ προ­οί­μι­ο καὶ τοῦ Σταυ­ροῦ, σὰν τῇ με­γί­στῃ θυ­σί­ᾳ τῆς ἀ­γά­πης, καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σης, σὰν τὸν τε­λι­κὸ θρί­αμ­βο τῆς ἀ­γά­πης.

Τετάρτη
24
Φεβρουαρίου
Πρώτη και δευτέρα εύρεσις τιμίας κεφαλής Προδρόμου
Copyright ©
Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Δημητρίου Άρτας