11.04.2017

Σύντομο Οδοιπορικό στην Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα

Ἡ ἑ­βδο­μά­δα πρὶν τὸ Πά­σχα ὀ­νο­μά­στη­κε Με­γά­λη ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους κι­ό­λας χρι­στι­α­νι­κοὺς αἰ­ῶ­νες κι αὐ­τὸ γι­α­τί, ὅ­πως μας ἐ­ξη­γεῖ ὁ Ἀγ. Ἰ­ώ. ὁ Χρυ­σό­στο­μος, με­γά­λα καὶ κο­σμο­σω­τή­ρι­α γε­γο­νό­τα συ­νέ­βη­σαν στῇ δι­αρ­κει­ὰ τῆς. Κέν­τρο αὐ­τῶν τῶν γε­γο­νό­των εἶ­ναι βε­βαί­ως τὰ ἅ­γι­α καὶ ἄ­χραν­τα Πά­θη, ἡ θε­ο­σω­μη Τα­φῇ καὶ ἡ ἔν­δο­ξη Ἀ­να­στά­σῃ τοῦ Κυ­ρί­ου.

Κα­τα­νυ­κτι­κὲς Ἀ­κο­λου­θί­ες: Ἡ ὑ­μνο­λο­γί­α καὶ τὰ ἁ­γι­ο­γρα­φι­κὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα τῆς Μ. Ἑ­βδο­μά­δας εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως κα­τα­νυ­κτι­κὰ καὶ μας βο­η­θοῦν να κα­τα­νο­ή­σου­με καὶ να ζή­σου­με κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ Πά­θη καὶ τὴν Ἀ­να­στά­σῃ τοῦ Κυ­ρί­ου. Λέ­ει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔ­νας ὕ­μνος: ΄΄Συμ­πο­ρευ­θῶ­μεν αὐ­τὼ καὶ συ­σταυ­ρω­θῶ­μεν… ἵ­να καὶ συ­ζή­σω­μεν αὐ­τώ…΄΄

Σάβ­βα­το τοῦ Λα­ζά­ρου: Κά­πο­τε ὁ Λά­ζα­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­με­νε στῇ Βη­θα­νί­α, ἀῤ­ῥώ­στη­σε βα­ρι­ὰ καὶ οἱ ἀ­δερ­φὲς τοῦ – ἡ Μάρ­θα καὶ ἡ Μα­ρί­α – ἔ­στει­λαν μή­νυ­μα στον Ἰ­η­σοῦ να ἔρ­θει να τὸν βο­η­θή­σει. Ἐ­κεῖ­νος βέ­βαι­α γνω­ρί­ζε ἀ­πὸ πρὶν ὅ­τι ὁ φί­λος τοῦ πέ­θα­νε, ἔφ­τα­σε ὅ­μως με τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ στο σπί­τι τοῦ φί­λου τοῦ τέσ­σε­ρις μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα. Μό­λις εἶ­δε ὅ­λον τὸν κό­σμο που εἶ­χε συγ­κεν­τρω­θεῖ να κλαί­ει γι­α τὸν ἄ­δι­κο καὶ πρό­ω­ρο θά­να­το τοῦ Λα­ζά­ρου συγ­κι­νή­θη­κε πα­ρὰ πο­λύ. Ξε­κι­νῆ­σαν δὲ ὅ­λοι μα­ζὶ καὶ πή­γαν στον τά­φο. Ἐ­κεῖ δι­έ­τα­ξε να ἀ­νοί­ξουν τὴν εἴ­σο­δο τοῦ τά­φου καί με δυ­να­τὴ φω­νὴ – ἀ­φοῦ εἶ­χε προ­σευ­χη­θεῖ στο θε­ὸ Πα­τέ­ρα – εἶ­πε: «Λά­ζα­ρε, ἔβ­γα ἔ­ξω». Ὁ πε­θα­μέ­νος βγῆ­κε τυ­λιγ­μέ­νος με τὰ σά­βα­να καὶ ὁ Ἰ­η­σοῦς Ζή­τη­σε να τὸν λύ­σουν. Με­τὰ τὸ θαῦ­μα αὐ­τὸ πολ­λοὶ Ἰ­ου­δαῖ­οι πί­στε­ψαν, ἐ­νῶ ἄλ­λοι ἔ­τρε­ξαν στους Φα­ρι­σαί­ους γι­α να τοὺς πε­ρι­γρά­ψουν τό τι ἔ­γι­νε. Ἡ ἀ­να­στά­σῃ τοῦ Λα­ζά­ρου εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο θαῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου κα­τὰ τῇ δι­αρ­κει­α τῆς πα­ρου­σί­ας Τοῦ στῇ γῆ.

Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Βα­ΐ­ω­ν: Γι­ορ­τά­ζου­με τῇ θρι­αμ­βευ­τι­κῇ εἴ­σο­δο τοῦ Κυ­ρί­ου στα Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ λα­ὸς ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὸ θαῦ­μα τῆς ἀ­να­στά­σης τοῦ Λα­ζά­ρου που εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ ὑ­πο­δέχ­τη­κε τὸν Χρι­στὸ κρα­τών­τας κλα­δί­α φοι­νί­κων καὶ βά­γι­α. Σὲ ἀ­να­μνή­σῃ ἐ­κεί­νης τῆς ὑ­πο­δο­χῆς κρα­τά­με κι ἐ­μεὶς αὐ­τὴ τῇ μέ­ρα κλα­δί­α ἀ­πὸ δάφ­νη καὶ φοί­νι­κα ὑ­πο­δε­χό­με­νοι τὸν Κύ­ρι­ο ὄ­χι σὰν ἔ­να θρι­αμ­βευ­τῇ, κο­σμι­κὸ βα­σι­λι­ά, ὅ­πως τὸν φαν­τά­ζον­ταν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἀλ­λὰ σὰν αἰ­ώ­νι­ο, πνευ­μα­τι­κὸ βα­σι­λι­ά. Ἡ εἴ­σο­δος, ὅ­μως, τοῦ Κυ­ρί­ου στα Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ἤ­ταν καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς πο­ρεί­ας Τοῦ πρὸς τὸ Πά­θος. Ἤ­δη οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι εἴ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει τῇ θα­να­τώ­σή Του καὶ ὁ Ἰ­ού­δας τὴν προ­δο­σί­α.

Ὁ Νυμ­φί­ο­ς: Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Βα­ΐ­ων εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καὶ ἡ ἐ­νάρ­ξῃ τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐμ­φα­νέ­στε­ρο στον Ἐ­σπε­ρι­νὸ ὅ­που ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στο­λί­ζε­ται πέν­θι­μα, οἱ ἱ­ε­ρεῖς φο­ροῦν σκου­ρό­χρω­μα ἄμ­φι­α σὲ ἐν­δεί­ξῃ πέν­θους. Μπρο­στὰ στην Ὡ­ραί­α Πύ­λη το­πο­θε­τεί­ται ἡ εἰ­κό­να τοῦ Νυμ­φί­ου στην ὁ­ποί­α ὁ Χρι­στὸς φέ­ρει ἀ­κάν­θι­νο στε­φά­νι.

Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα: Εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στῇ μνή­μη τοῦ Ἀγ. Ἰ­ω­σὴφ τοῦ παγ­κά­λου, (πο­λὺ κα­λοῦ) γι­ου τοῦ πα­τρι­άρ­χη Ἰ­α­κώβ. Τὰ ἀ­δέλ­φι­α τοῦ Ἰ­ω­σὴφ τὸν φθο­νοῦ­σαν, γι’ αὐ­τὸ τὸν ἔ­ρι­ξαν μέ­σα σ’ ἔ­να λάκ­κο καὶ κα­τό­πιν τὸν πού­λη­σαν σὲ Αἰ­γυ­πτί­ους ἐμ­πό­ρους. Ὑ­πέ­φε­ρε πολ­λά, ὅ­μως στο τέ­λος δο­ξά­στη­κε κι ἔ­γι­νε ἄρ­χον­τας τῆς Αἰ­γύ­πτου. Ὁ Ἰ­ω­σὴφ θε­ω­ρεῖ­ται τύ­πος τοῦ Χρι­στοῦ γι­α τὰ πα­θή­μα­τα, τὴν ἀ­ρε­τὴ τοῦ, τὴν πρα­ό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­νε­ξι­κα­κί­α τοῦ. Καὶ ὁ Κύ­ρι­ος φθο­νή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς, τοὺς Γραμ­μα­τεῖς καὶ τοὺς Φα­ρι­σαί­ους καὶ ἀ­φοῦ ὑ­πέ­φε­ρε πολ­λὰ γι­α τῇ σω­τη­ρί­ᾳ μας δο­ξά­στη­κέ με τὴν Ἀ­να­στά­σή Του. Ἐ­πί­σης τῇ Μ. Δευ­τέ­ρα τε­λεῖ­ται ἀ­να­μνή­σῃ τῆς ξη­ραν­θεί­σας συ­κῆς. Σύμ­φω­νά με τὴν εὐ­αγ­γε­λι­κὴ δι­η­γή­σῃ τὸ θαῦ­μα αὐ­τὸ ἔ­γι­νε τὴν ἑ­πο­μέ­νη τῆς εἰ­σό­δου τοῦ Κυ­ρί­ου στα Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ὁ Χρι­στὸς βλέ­πον­τας στο δρό­μο μι­ᾷ συ­κι­ά, πῆ­γε κον­τὰ τῆς, μὰ δὲ βρῆ­κε πα­ρὰ μό­νο φύλ­λα καὶ τῆς λέ­ει: «Πο­τὲ πι­ὰ μὴν ξα­ναβ­γά­λεις καρ­πό!» Κι ἀ­μέ­σως ξε­ρά­θη­κε ἡ συ­κι­ά. Ἐ­κεί­νη ἡ ἄ­καρ­πη συ­κι­ὰ συμ­βό­λι­ζε τῇ συ­να­γω­γῇ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων που δεν εἶ­χε να πα­ρου­σι­ά­σει πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­ποὺς καὶ γι’ αὐ­τὸ κα­τα­δι­κά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο. Συμ­βό­λι­ζε ἄ­κο­μα καὶ κά­θε ἀν­θρω­πο ποὺ δεν ἔ­χει πνευ­μα­τι­κὴ καρ­πο­φο­ρί­α. Τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Ὄρ­θρου τῆς Μ. Δευ­τέ­ρας ἀ­φη­γεῖ­ται ὄ­χι μό­νο τὸ ἐ­πει­σό­δι­ο τῆς συ­κῆς ἀλ­λὰ καί τις πα­ρα­βο­λὲς τῶν δύ­ο γι­ων (Ματθ. 21, 28-32) καὶ τῶν κα­κῶν γε­ωρ­γῶν (Ματθ. 21, 33-46), μέ­σω τῶν ὁ­ποί­ων ὁ Κύ­ρι­ος προ­εῖ­πε τὴν ἀ­ποῤ­ῥι­ψη Τοῦ ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ λα­ό. Οἱ πα­ρα­βο­λὲς αὐ­τὲς ἐ­λέ­χθη­σαν τὴν ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Βα­ΐ­ων καὶ γι’ αὐ­τὸ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­ρι­σε να δι­α­βά­ζον­ται τὴν Μ. Δευ­τέ­ρα.

Με­γά­λη Τρί­τη: Εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στην πα­ρα­βο­λὴ τῶν δέ­κα παρ­θέ­νων (Ματθ. 25, 1 – 13). Ὅ­μως οἱ ὕ­μνοι τῆς ἡ­μέ­ρας ἀ­να­φέ­ρον­ται καὶ στην πα­ρα­βο­λὴ τῶν τα­λάν­των (Ματθ. 25, 14 – 30) κα­θὼς καὶ στῇ μέλ­λου­σα κρί­σῃ (Ματθ. 25, 31 – 46). Οἱ τρεῖς αὐ­τὲς πα­ρα­βο­λὲς ἀ­πο­τε­λοῦν μέ­ρος μι­ᾶς με­γά­λης δι­δα­σκα­λί­ας που ἔ­κα­νε ὁ Χρι­στὸς κατ’ ἰ­δί­αν στους μα­θη­τὲς Τοῦ στο Ὅ­ρος τῶν Ἐ­λαί­ων λί­γες μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸ Πά­θος Τοῦ. Σ’ αὐ­τὴ τὴν ὁ­μι­λί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σπου­δαῖ­ες καὶ βα­ρυ­σή­μαν­τες προ­βλέ­ψεις γι­α τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ τῇ συν­τέ­λει­α τοῦ κό­σμου. Ὁ Κύ­ρι­ος τό­νι­σε ἄ­κο­μά πως πρέ­πει να ἤ­μα­στε πάν­τα ἕ­τοι­μοι να Τὸν ὑ­πο­δεχ­τοῦ­με γι­α­τὶ θὰ ἔρ­θει σὲ ἄ­γνω­στο χρό­νο. Ἔτ­σι, λοι­πόν, συμ­πε­ραί­νου­μέ πως τὸ γε­νι­κό­τε­ρο θέ­μα τῆς Μ. Τρί­της εἶ­ναι ἡ μέλ­λου­σα κρί­σῃ. Ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­βο­λὴ τῶν δέ­κα παρ­θέ­νων εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­νο τὸ τρο­πά­ρι­ο «Ἰ­δοὺ ὁ Νυμ­φί­ος ἔρ­χε­ται ἐν τῷ μέ­σῳ τῆς νυ­κτός…» καὶ ὁ ἀ­κό­λου­θος ὕ­μνος:

Με­γά­λη Τε­τάρ­τη: Τὸ συ­να­ξά­ρι τῆς Μ. Τε­τάρ­της ἀ­να­φέ­ρει ὡς θέ­μα τὴν ἀ­λεί­ψῃ τοῦ Κυ­ρί­ου με μύ­ρο ἀ­πὸ μι­ᾷ γυ­ναῖ­κα πόρ­νη, γε­γο­νός που συ­νέ­βη λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸ πά­θος Τοῦ. Ἡ ὑ­μνο­γρα­φι­κὴ πα­ρα­δο­ση συγ­κρί­νει τὴν με­τά­νοι­α τῆς πόρ­νης με τὸ φο­βε­ρὸ ὀ­λί­σθη­μα τοῦ Ἰ­ού­δα καὶ πα­ραλ­λη­λί­ζει τις δύ­ο ψυ­χι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Ἡ πόρ­νη ἐ­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ με­τα­νο­εῖ, ἐ­νῶ ὁ Ἰ­ού­δας αἰχ­μα­λω­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τῇ φι­λαρ­γυ­ρί­ᾳ καὶ ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται ἀπ’ τὸ Θε­ό. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συγ­κι­νη­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ γνω­στὸ «Τρο­πά­ρι­ο τῆς Κασ­σι­α­νὴς» (γραμ­μέ­νο ἀ­πὸ τῇ μο­να­χῇ Κασ­σι­α­νή) που ἐκ­φρά­ζει τῇ θερ­μῇ με­τά­νοι­α καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σῃ τῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς γυ­ναί­κας. Τῇ Μ. Τε­τάρ­τη ἡ ὑ­μνο­λο­γί­α φέρ­νει στῇ μνή­μη μας καὶ τῇ σύγ­κλι­ση τοῦ Συ­νε­δρί­ου, δηλ. τοῦ ἀ­νώ­τα­του δι­κα­στη­ρί­ου τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε τῇ συλ­λή­ψη καὶ τὴν κα­τα­δί­κη τοῦ Κυ­ρί­ου. Οἱ ὕ­μνοι τῆς Μ. Τε­τάρ­της ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐ­πί­σης στην ἀ­πο­φά­σῃ τοῦ Ἰ­ού­δα να πα­ρα­δώ­σει τὸν Κύ­ρι­ο καὶ στῇ συμ­φω­νί­α τοῦ με τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς.

Με­γά­λη Πέμ­πτη: Τὰ γε­γο­νό­τα τῆς Μ. Πέμ­πτης εἶ­ναι κα­τὰ σει­ρὰ τὰ ἑ­ξῆς: 1. Ο Ἱ­ε­ρὸς Νι­πτῆ­ρας, δηλ. τὸ πλύ­σι­μο τῶν πο­δι­ὼν τῶν Ἀ­πο­στό­λων ἀ­πὸ τὸν ἴ­δι­ο τὸν Κύ­ρι­ο. 2. Ο Μυ­στι­κὸς Δεῖ­πνος, δηλ. ἡ πα­ρα­δο­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς Θ. Εὐ­χα­ρι­στί­ας ἀ­πὸ τὸ Χρι­στό. 3. Η «ὑ­περ­φύ­ῃς προ­σευ­χή», δηλ. ἡ ἀ­γω­νι­ώ­δης προ­σευ­χὴ τοῦ Κυ­ρί­ου στῇ Γε­σθη­μα­νὴ πρὶν τῇ συλ­λή­ψή Του. 4. Η προ­δο­σί­α τοῦ Ἰ­ού­δα, δηλ. ἡ πα­ρα­δο­ση τοῦ Κυ­ρί­ου στους Ἰ­ου­δαί­ους με φί­λη­μα καὶ ἡ συλ­λή­ψή Του.

Ὕ­μνος: «Δέ­ξου καὶ μέ­να σή­με­ρα Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ, συμ­μέ­το­χο στο Μυ­στι­κό Σου Δεῖ­πνο, δὲ θά πω τὸ φο­βε­ρὸ αὐ­τὸ Μυ­στή­ρι­ο στοὺς ἐ­χθροὺς σοῦ, δὲ θὰ σοῦ δώ­σω φί­λη­μα  προ­δο­σί­ας ὅ­πως ὁ Ἰ­ού­δας, ἀλ­λὰ σὰν τὸ εὐ­γνώ­μο­να Λῃ­στὴ θὰ σὲ ὁ­μο­λο­γή­σω καὶ θὰ Σὲ πα­ρα­κα­λέ­σω: Θυ­μή­σου καὶ μέ­να Κύ­ρι­ε, στην αἰ­ώ­νι­α Βα­σι­λεί­α Σου». (Ἐρ­μη­νευ­τι­κὴ ἀ­πο­δο­ση)

Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή: Εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ ἱ­ε­ρό­τε­ρη ἡ­μέ­ρα τῆς Μ. Ἑ­βδο­μά­δας κι αὐ­τὸ γι­α­τὶ ἐ­πι­τε­λοῦ­με ἀ­να­μνή­σῃ τῆς Σταύ­ρω­σης τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἡ ἀ­κο­λου­θί­α τῶν Ἁ­γί­ων καὶ Ἀ­χράν­των Πα­θῶν τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­πως ὀ­νο­μά­ζε­ται, μας φέρ­νει στῇ μνή­μη ὅ­σα ὑ­πέ­μει­νε γι­α χα­ρῇ μας ὁ Κύ­ρι­ος: «τοὺς ἐμ­πτυ­σμούς, τὰ ῥα­πί­σμα­τα, τὰ κο­λα­φί­σμα­τα, τὰς ὕ­βρεις, τοὺς γέ­λω­τας, τὴν πορ­φυ­ρᾶν χλαῖ­ναν, τὸν κά­λα­μον, τὸν σπόγ­γον, τὸ ὄ­ξος, τοὺς ἥ­λους, τὴν λόγ­χην καὶ πρὸ πάν­των τὸν σταυ­ρὸν καὶ τὸν θά­να­τον», δηλ. «τοὺς ἐμ­πτυ­σμούς, τὰ χτυ­πή­μα­τα στο προ­σω­πο καὶ στον αὐ­χέ­να, τὶς ὕ­βρεις, τὸ γέ­λω­τα, τὴν κοκ­κί­νη χλα­μύ­δα, τὸ κα­λά­μι, τὸ σπόγ­γο, τὸ ξύ­δι, τὰ καρ­φι­ά, τῇ λόγ­χῃ καὶ κυ­ρί­ως τῇ Σταύ­ρω­ση καὶ τὸ θά­να­το». Γί­νε­ται ἐ­πί­σης μνεί­α τοῦ εὐ­γνώ­μο­να λῃ­στή που ἔ­λα­βε συγ­χω­ρή­ση ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο καί με τῇ με­τά­νοι­ά του «πρῶ­τος πα­ρα­δεί­σου πύ­λας ἀ­νοί­ξας εἰ­σῆλ­θεν». Ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τῶν Ἁ­γί­ων Πα­θῶν ἄρ­χι­ζε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­γεῦ­μα τῆς Μ. Πέμ­πτης καὶ δι­αρ­κοῦ­σε ὅ­λη τῇ νύχ­τα γι­α­τὶ καὶ ἡ συλ­λή­ψη, ἡ δί­κη καὶ οἱ ἐμ­παιγ­μοὶ τοῦ Κυ­ρί­ου ἔ­γι­ναν κα­τὰ τῇ νύχ­τα αὐ­τῇ. Τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­να­γνώ­ση 12 Εὐ­αγ­γε­λί­ων. Ἀ­πὸ αὐ­τά, τὸ πρῶ­το (τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς Δι­α­θή­κης) πε­ρι­λαμ­βά­νει τις ὑ­πο­θῆ­κες τοῦ Χρι­στοῦ πρὸς τοὺς μα­θη­τὲς καὶ τὴν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κὴ προ­σευ­χὴ Τοῦ. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα Εὐ­αγ­γέ­λι­α ἐ­ξι­στο­ροὺν τῇ συλ­λή­ψη, τῇ δί­κῃ, τὰ πά­θη, τὸ σταυ­ρι­κὸ θά­να­το, τὴν τα­φὴ τοῦ Κυ­ρί­ου κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­σφά­λι­ση τοῦ τά­φου με τῇ βο­ή­θει­α τῆς κου­στω­δί­ας. Με­τὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ση τοῦ πέμ­πτου Εὐ­αγ­γε­λί­ου γί­νε­ται ἡ λι­τά­νευ­ση τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου, ἡ το­πο­θέ­τη­ση Τοῦ στο μέ­σο τοῦ Να­οῦ κα­θὼς ὁ χο­ρὸς ψάλ­λει ἀρ­γὰ καὶ κα­τα­νυ­κτι­κὰ τὸ ἑ­ξῆς τρο­πά­ρι­ο:

«Σή­με­ρον κρε­μᾶ­ται ἐ­πὶ ξύ­λου, ὁ ἐν ὕ­δα­σι τὴν γῆν κρε­μά­σας. (ἐκ γ’).

Στέ­φα­νον ἐξ ἀ­καν­θῶν πε­ρι­τί­θε­ται, ὁ τῶν Ἀγ­γέ­λων Βα­σι­λεύς.

Ψευ­δῆ πορ­φύ­ραν πε­ρι­βάλ­λε­ται, ὁ πε­ρι­βάλ­λων τὸν οὐ­ρα­νὸν ἐν νε­φέ­λαις.

Ῥά­πι­σμα κα­τε­δέ­ξα­το, ὁ ἐν Ἰ­ορ­δά­νῃ ἐ­λευ­θε­ρώ­σας τὸν Ἀ­δάμ.

Ἥ­λοις προ­ση­λώ­θη, ὁ Νυμ­φί­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Λόγ­χη ἐ­κεν­τή­θη, ὁ Υἱ­ὸς τῆς Παρ­θέ­νου.

Προ­σκυ­νοῦ­μεν σοῦ τὰ Πά­θη Χρι­στέ. (ἐκ γ’).

Δεῖ­ξον ἡ­μῖν, καὶ τὴν ἔν­δο­ξον σοῦ Ἀ­νά­στα­σιν».

«Σή­με­ρα κρε­μι­έ­ται πά­νω στο ξύ­λο τοῦ Σταυ­ροῦ Ἐ­κεῖ­νός που κρέ­μα­σε τῇ γῇ πά­νω στα ὕ­δα­τα. Στε­φά­νι ἀ­πὸ ἀγ­κά­θι­α πε­ρι­βάλ­λε­ται στο κε­φά­λι ὁ Βα­σι­λι­ὰς τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ψεύ­τι­κο βα­σι­λι­κὸ ῥοῦ­χο φο­ρά­ει Αὐ­τός που ντύ­νει τὸν οὐ­ρα­νό με νέ­φη. Κα­τα­δέχ­τη­κε να ῥα­πι­στεῖ Αὐ­τός που στον Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μὸ ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τὸν Ἀ­δάμ. Μὲ καρ­φι­ὰ καρ­φώ­θη­κε ὁ Νυμ­φί­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μὲ λόγ­χη τρυ­πή­θη­κε ὁ Γι­ος τῆς Παρ­θέ­νου. Προ­σκυ­νοῦ­με τὰ πά­θη Σου Χρι­στέ. Δεῖ­ξε μας καὶ τὴν ἔν­δο­ξή Σου Ἀ­να­στά­σῃ».

Μέ­γα Σάβ­βα­το: Τὴν ἡ­μέ­ρα αὐ­τὴ ἐ­ορ­τά­ζου­με «τὴν θε­ο­σω­μον τα­φὴν καὶ τὴν εἰς ᾄ­δου κά­θο­δον» τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἡ τα­φὴ βέ­βαι­α ἔ­γι­νε τὰ ἀ­πο­γεῦ­μα τῆς Μ. Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­κρι­νε ὀρ­θὸ να ἀ­φι­ε­ρώ­σει ἰ­δι­αί­τε­ρη μέ­ρα πρὸς τι­μὴν καὶ με­λέ­τη τοῦ μυ­στη­ρι­ώ­δους αὐ­τοῦ γε­γο­νό­τος. Ὁ Χρι­στὸς ἀ­να­παύ­ε­ται μέ­σα στον τά­φο, ὅ­πως «ἀ­να­παύ­θη­κε» ὅ­ταν πρω­το­δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν κό­σμο τὴν ἑ­βδό­μη μέ­ρα. Ὅ­μως ἀ­να­παύ­ε­ται ὡς θε­άν­θρω­πος. Τὸ πα­νά­χραν­το σῶ­μα Τοῦ θά­πτε­ται στον τά­φο, ἀλ­λὰ πνευ­μα­τι­κὰ ὁ ἴ­δι­ος με­τα­βαί­νει στον Ἅ­δη καὶ συ­νε­χί­ζει τὸ σω­τη­ρι­ῶ­δες ἔρ­γο τοῦ. Κα­λεῖ κον­τὰ Τοῦ ὅ­λους τοὺς δι­καί­ους τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, ἀ­πὸ τὸν Ἀ­δὰμ καὶ τὴν Εὕ­α μέ­χρι τοὺς ἐ­σχά­τους ἀν­θρώ­πους τοῦ Θε­οῦ, ὥ­στε να μὴν λεί­ψει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὸ παγ­κό­σμι­ο προ­σκλη­τή­ρι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας, ποὺ εἶ­ναι τε­λι­κὰ μι­ᾷ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­ᾳ τοῦ κό­σμου καὶ ὁ­λο­κλη­ρώ­σῃς τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ κά­θο­δος αὐ­τὴ ἤ­ταν τὸ τε­λει­ω­τι­κὸ χτύ­πη­μα κα­τὰ τοῦ θα­νά­του. Γι’ αὐ­τὸ ψέλ­νου­με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: “Ὅ­τε κα­τῆλ­θες πρὸς τὸν θά­να­τον, ἡ ζω­ὴ ἡ ἀ­θά­να­τος, τό­τε τὸν ἅ­δην ἐ­νέ­κρω­σας τῇ ἀ­στρα­πῇ τῆς θε­ο­τη­το­ς”.

Στῇ βυ­ζαν­τι­νὴ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α ὁ Κύ­ρι­ος πα­ρου­σι­ά­ζε­ται κα­τερ­χό­με­νος στον Ἅ­δη με δό­ξα κρα­τών­τας τὸν τί­μι­ο Σταυ­ρὸ Τοῦ. Συν­τρί­βει τις πύ­λες τοῦ Ἅ­δη καὶ ἀ­να­σύ­ρει ἀ­πὸ ‘κει τὸν Ἀ­δάμ, τὴν Εὕ­α, τὸν Ἄ­βελ, τοὺς Πα­τρι­άρ­χες, τοὺς προ­φῆ­τες καὶ ὅ­λους τοὺς δι­καί­ους τῆς Π. Δ.

Στον ὄρ­θρο τοῦ Μ. Σαβ­βά­του ψάλ­λον­ται τὰ Ἐγ­κώ­μι­α, δηλ. σύν­το­μα τρο­πά­ρι­ά που ἐ­ξι­στο­ροὺν τὰ πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­ξυ­μνοὺν τὴν τα­φὴ τοῦ καὶ δι­α­σαλ­πί­ζουν τῇ νί­κῃ Τοῦ κα­τὰ τοῦ θα­νά­του. Πρὸς τὸ τέ­λος τοῦ Ὄρ­θρου γί­νε­ται καὶ πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς δρό­μους τῆς ἐ­νο­ρί­ας.

Κυ­ρι­α­κὴ τοῦ Πά­σχα: Τὸ Πά­σχα ἤ­ταν ἀρ­χαι­ο­τά­τη ἰ­ου­δα­ϊ­κὴ γι­ορ­τή που τε­λούν­ταν τῇ νύχ­τα τῆς 14ης πρὸς τῇ 15ῃ τοῦ μη­νὸς Νῖ­σαν. Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι γι­όρ­τα­ζαν τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σῃ τοὺς ἀ­πὸ τὴν δου­λεί­α τῶν Αἰ­γυ­πτί­ων κα­τό­πιν τῆς σφα­γῆς τῶν πρω­το­τό­κων τῶν Αἰ­γυ­πτί­ων, ἀπ’ τὴν ὁ­ποί­α δι­έ­φυ­γαν τὰ δι­κὰ τοὺς πρω­τό­το­κα χα­ρῇ στο αἷ­μα τοῦ ἀ­μνοῦ με τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­λεῖ­ψάν τις πόρ­τες τῶν σπι­τι­ὼν τούς. Ἡ λέ­ξῃ πά­σχα (=δι­α­βά­σῃ) ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τῇ θαυ­μα­στῇ δι­α­βά­σῃ τῆς Ἐ­ρυ­θρᾶς θα­λάσ­σας ἀ­πὸ τοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τῇ δι­α­βά­σῃ τοὺς ἀ­πὸ τῇ δου­λεί­ᾳ στην ἐ­λευ­θε­ρί­ᾳ. Ὅ­μως τὰ γε­γο­νό­τα ἐ­κεῖ­να ἤ­ταν συμ­βο­λι­κὰ καὶ προ­φη­τι­κά. Τὸ ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ Πά­σχα ἤ­ταν τύ­πος τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ. Ὁ πα­σχά­λι­ος ἀ­μνὸς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἤ­ταν συμ­βο­λο καὶ τύ­πος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ πα­σχά­λι­ου ἀ­μνοῦ, τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ θυ­σι­ά­στη­κε γι­α μας καί με τὸ αἷ­μα τοῦ ἑ­ξα­γό­ρα­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μας ἀ­πὸ τὴν δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Κα­τὰ δὲ θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α ἡ θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου συ­νέ­πε­σέ με τὸ ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ πά­σχα, ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­τος ἔ­τυ­χε να εἶ­ναι Σάβ­βα­το. Ὁ Κύ­ρι­ος σταυ­ρώ­θη­κε καὶ πέ­θα­νε τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τὸ βρα­δὺ ὅ­που οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ἔ­τρω­γαν τὸν πα­σχά­λι­ο ἀ­μνὸ καὶ ἀ­να­στή­θη­κε με­τὰ τὸ Σάβ­βα­το, δηλ. τὴν πρώ­τη μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας ἡ ὁ­ποί­α γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο ὀ­νο­μά­στη­κε Κυ­ρι­α­κή. Ἡ πα­σχα­λι­νὴ ἀ­κο­λου­θί­α εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως λαμ­πρή. Ξε­κι­νὰ στις 12, με­σά­νυχ­τα τοῦ Μ. Σαβ­βά­του με τὸν Ὄρ­θρο καὶ συ­νε­χί­ζει με τὴν θ. Λει­τουρ­γί­α. Στην τε­λε­τὴ τῆς Ἀ­να­στά­σης ψέλ­νου­με χα­ρού­με­να ὅ­λοι μα­ζί, πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ «Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη».

Τὸ ἀ­πο­γεῦ­μα τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τοῦ Πά­σχα τε­λεῖ­ται ὁ Ἐ­σπε­ρι­νὸς τῆς Ἀ­γά­πης. Κα­τὰ τῇ δι­αρ­κει­ὰ τοῦ δι­α­βά­ζε­ται ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πῇ που ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου στους δώ­δε­κα μα­θη­τὲς τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σής Του. Τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο αὐ­τὸ δι­α­βά­ζε­ται σὲ ὄ­σο τὸ δυ­να­τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρες γλῶσ­σες γι­α να κη­ρυ­χθεῖ σ’ ὅ­λα τὰ ἔ­θνη ὅ­τι «Χρι­στὸς ἐ­γερ­θεὶς ἐκ νε­κρών, ἀ­παρ­χὴ τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων ἐ­γέ­νε­το».

Σύν­το­μα σχό­λι­α: «Ὁ πρῶ­τος Ἀ­δὰμ ἀ­πέ­τυ­χε να νι­κή­σει τὸ δι­α­βο­λο καὶ πέ­θα­νε. Τώ­ρα ὁ νέ­ος Ἀ­δὰμ νι­κᾷ τὸν δι­α­βο­λο καὶ τὸν θά­να­το, ποὺ ἤ­ταν συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Γι’ αὐ­τό, ἂν ὁ ἄν­θρω­πος τὸ θε­λή­σει καὶ ἐ­νω­θεί με τὸν Χρι­στό, μπο­ρεῖ να νι­κή­σει τὸν δι­α­βο­λο καὶ τὸν θά­να­το». (Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου Ἱ­ε­ρό­θε­ος)

«Ὁ Χρι­στός, ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἰ­α­τρὸς τῶν ἀν­θρώ­πων, μὲ τὰ ὅ­μοι­α ἰ­α­τρι­κὰ φάρ­μα­κα θε­ρα­πεύ­ει τις ὅ­μοι­ες ἀ­σθέ­νει­ες. Μὲ τὴν πτω­χεί­α Τοῦ ἰ­α­τρεύ­ει τὴν πτω­χεί­α τοῦ Ἀ­δάμ, μὲ τὴν δι­κὴ Τοῦ ὕ­βρη, τὴν ὕ­βρη ἐ­κεί­νου, μὲ τὸν θά­να­τό Του θε­ρα­πεύ­ει τὸν θά­να­το τοῦ Ἀ­δὰμ καί με τὴν δι­κὴ Τοῦ τα­φὴ θε­ρα­πεύ­ει τὴν τα­φὴ τοῦ προ­πά­το­ρος. Ἀ­κό­μη, ἐ­πει­δὴ ὁ Ἀ­δὰμ κα­τέ­βη­κε στον Ἅ­δη, ὁ Χρι­στὸς πῆ­γε μέ­χρις ἐ­κεῖ γι­α να τὸν ἐ­λευ­θε­ρώ­σει». (Ἄγ. Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της)

Ὁ Χρι­στός με τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση καὶ τῇ θυ­σί­ᾳ Τοῦ πά­νω στον Σταυ­ρὸ ἔ­δει­ξε τῇ με­γά­λῃ Τοῦ ἀ­γά­πη γι­α τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Γι’ αὐ­τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «νυμ­φί­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».

«Τὸ σκό­τος καὶ ἡ θλί­ψη τῆς Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ῆς εἶ­ναι γι­α μας κά­τι τὸ πραγ­μα­τι­κό, ζων­τα­νὸ καὶ σύγ­χρο­νο· μπο­ροῦ­με να κλαῖ­με κά­τω ἀ­πὸ τὸν Σταυ­ρὸ καὶ να δο­κι­μά­ζου­με τὸ κα­θε­τί που ἔ­λα­βε χώ­ρα σ’ αὐ­τὸν τὸν θρί­αμ­βο τοῦ κα­κοῦ, τῆς δο­λι­ό­τη­τας, τῆς δει­λί­ας, τῆς προ­δο­σί­ας· μπο­ροῦ­με να ἀν­τι­κρύ­ζου­με τὸ ζω­ο­δό­χο Τά­φο τὸ Μέ­γα Σάβ­βα­τό με συγ­κί­νη­ση καὶ ἐλ­πί­δα. Κι ἔτ­σι μπο­ροῦ­με κά­θε χρό­νο να γι­ορ­τά­ζου­με τὸ Πά­σχα, τὴν Ἀ­να­στά­σῃ. Ἐ­πει­δὴ τὸ Πά­σχα δεν εἶ­ναι ἡ ἀ­να­μνή­σῃ ἐ­νὸς γε­γο­νό­τος τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ καὶ χαρ­μο­σύ­νη συ­νάν­τη­ση μ’ Αὐ­τόν, ποὺ οἱ καρ­δι­ὲς μας Τὸν εἴ­χαν γνω­ρί­σει καὶ Τὸν εἴ­χαν συ­ναν­τή­σει ἀ­πὸ και­ρό, ὡς ζω­ὴ καὶ φῶς». (π. Ἀ­λέ­ξαν­δρος Σμέ­μαν)

Συμ­πέ­ρα­σμα: Τὰ Πά­θη καὶ ἡ Ἀ­να­στά­σῃ τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τῆς σω­τη­ρί­ας μας!

Τετάρτη
24
Φεβρουαρίου
Πρώτη και δευτέρα εύρεσις τιμίας κεφαλής Προδρόμου
Copyright ©
Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Δημητρίου Άρτας