19.04.2017

Εορτασμός Τοπικών Αγίων Αυτάδελφων Αποστόλου & Θεοχάρους στην Άρτα

Η πόλη της Άρτας και ιδιαιτέρως η ενορία του Μητροπολιτικού ναού Αγίου Δημητρίου τίμησε την μνήμη δύο Τοπικών Αγίων της, των Αγίων Αυταδέλφων Αποστόλου και Θεοχάρους.

Το εσπέρας της Τρίτης του Πάσχα εψάλλη Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Καλλινίκου, πίσω του Ιερού Βήματος του Ι.Ν. Αγίας Σοφίας Άρτης και στο χώρο όπου είχε ενταφιαστεί ο ένας εκ των δύο τοπικών μας Αγίων, ο Απόστολος.

Εν συνεχεία με λιτανευτική πομπή συνοδεύοντας η Φιλαρμονική του Μ/Φ Συλλόγου Άρτας «Ο ΣΚΟΥΦΑΣ», η εικόνα των Αγίων Αυταδέλφων μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου όπου και έγινε η τελετή της αρτοκλασίας.

Στο κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε «στην αγωνιστικότητα των Αγίων, που είναι η προϋπόθεση για την Ανάσταση και την αιώνια ζωή».

Παρέστησαν οι κ.κ.: Αντιδήμαρχος Αρταίων Μιχαήλ Βλάχος και ο Διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Άρτης Βασίλειος Μπαλάσκας.

Λόγω των έργων αποκατάστασης του παλαιού Μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σοφίας δεν κατέστη δυνατό να γίνουν εκεί οι λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμήν των Αγίων Αποστόλου και Θεοχάρους.

Την κυριώνυμο ημέρα εψάλλη ο αναστάσιμος όρθρος και η πανηγυρική Αρχιερατική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου Άρτης κ.κ Καλλινίκου, συνπροσευχομένου εκ του Ιερού Βήματος του Σεβ. πρώην Άρτης κ.κ. Ιγνατίου και πλειάδος ιερέων της πόλεως Άρτης και περιχώρων.

ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΥΤΑΔΕΛΦΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ & ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

Σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ ὁ Θε­ὸς ἀ­να­δει­κνύ­ει ἁ­γί­ους ἀν­θρώ­πους οἱ ὁ­ποῖ­οι ἂν καὶ ζουν στις ἴ­δι­ες συν­θῆ­κες ζω­ῆς με ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους συ­ναν­θρώ­πους τους, οἱ ἴ­δι­οι «ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι τὸν κα­λὸν ἀ­γῶ­να τῆς πί­στε­ως», φω­τί­ζουν ως πνευ­μα­τι­κοὶ φά­ροι τὸν κό­σμο τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ δι­α­κο­νοὺν ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Κυ­ρί­ου μας.

Σὲ μί­α ἐ­πο­χὴ δυ­σκο­λη γι­α ὅ­λο τὸ γέ­νος μας (τέ­λος τοῦ 18ου ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἱ.) ὁ Θε­ὸς ἔ­δω­σε τὴν εὐ­λο­γί­α Τοῦ στην πό­λη μας να γεν­νη­θούν, να ζή­σουν, να ἀ­σκη­θούν, να δι­δά­ξουν καὶ να ἁ­γι­ά­σουν δύ­ο κα­τὰ σάρ­κα ἀ­δέλ­φι­α οἱ ὅ­σι­οι Θε­ο­χα­ρῇς καὶ Ἀ­πό­στο­λος.

Ἡ κα­τα­γω­γή. Τὰ πρῶ­τα χρό­νι­α τῆς ζω­ῆς τοὺς

Οἱ Ὅ­σι­οι αὐ­τά­δελ­φοι Θε­ο­χά­ρης καὶ Ἀ­πό­στο­λος ἤ­ταν παι­δι­ὰ τοῦ εὐ­σε­βῆ ἱ­ε­ρέ­α Γε­ωρ­γί­ου Ντού­ϊ­α, ἐ­φη­με­ρί­ου τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας Άρ­τας, καὶ τῆς ἐ­νάρετης πρε­σβυ­τέ­ρας Φω­τει­νῆς. Ὁ Θε­ὸς τοὺς χά­ρι­σε τρεῖς γι­ους (ὁ τρί­τος λε­γό­ταν Κων­σταν­τῖ­νος), τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­να­θρέ­ψαν «ἐν παι­δεί­ᾳ καὶ νου­θε­σί­α Κυ­ρί­ου».

Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ος τοὺς ὁ Θε­ο­χά­ρης (γεν­νή­θη­κε γύ­ρω στα 1760) δι­έ­θε­τε με­γά­λη ἔ­φε­ση γι­α τὰ γράμ­μα­τα. Δι­δά­χθη­κε τὴν «θύ­ρα­θεν σο­φί­α» στην πε­ρι­φή­μη τό­τε σχο­λὴ τῆς Ἀρ­τας, τῇ Σχο­λῇ Μα­νω­λά­κη Κα­στο­ρι­ώ­τη. Ἐ­κεῖ τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­δά­σκε ὁ με­γά­λος δά­σκα­λος καὶ ἱ­ε­ρο­ψάλ­της, Δη­μή­τρι­ος Οἰ­κο­νο­μό­που­λος Βεν­δρα­μὴς ἀ­πὸ τὸ Με­σολ­λό­γι. Στῇ σχο­λὴ δι­δά­σκον­ταν ὁ ὅ­σι­ος Θε­ο­χα­ρῇς, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­δι­ός με τὴν ἁ­γί­α τοῦ ζω­ὴ καί τις θε­ό­πνευ­στες πα­ραι­νέ­σεις δι­δά­σκε τοὺς συμ­μα­θη­τὲς τοῦ, πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους πα­ρα­κι­νή­θη­καν καὶ ἔ­γι­ναν ἱ­ε­ρεῖς καὶ μο­να­χοί. Ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α αὐ­τὴ φα­νε­ρώ­θη­κε ἡ δύ­να­μη καὶ ἡ πει­θὼ τοῦ λό­γου τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀ­φοῦ ἔβ­γαι­νε φυ­σι­κὰ ἀ­πὸ μι­ᾷ καρ­δί­ᾳ που τῇ φλό­γι­ζε ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.

Τὸν δὲ «ἁ­πλὸ καὶ ἀ­κέ­ραι­ον στὴν ψυ­χὴ» Ἀ­πο­στο­λο ἀ­νέ­λα­βε ὁ ἴ­δι­ος ὁ πα­τέ­ρας του.

Μα­ζί με τοὺς γο­νεῖς κα­μά­ρω­νε καὶ ὁ Μη­τρο­πο­λί­της τὴν πρό­ο­δο τῶν νέ­ων αὐ­τῶν καὶ προσ­δο­κοῦ­σε να λαμ­πρύ­νουν τὴν το­πι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α με τὴν ἀ­πο­φά­σῃ τοὺς να ἱ­ε­ρω­θούν.

Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τις σπου­δὲς τοῦ ὁ Θε­ο­χά­ρης, ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α τοῦ σε­βα­στοῦ Ἱ­ε­ρέ­α Γε­ωρ­γί­ου Ντού­ϊ­α, κα­τὰ πα­ρα­χω­ρή­ση Θε­οῦ, δο­κι­μά­στη­κε. Ἐ­κοι­μή­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας Γε­ωρ­γι­ος καὶ ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα Φω­τει­νή. Ἔ­φυ­γαν ὅ­μως εἰ­ρη­νι­κοὶ ἀπ΄τὸν κό­σμο αὐ­τὸ γι­α­τὶ ὄ­σο μπό­ρε­σαν ἔ­κα­ναν τὸ χρέ­ος τοὺς πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους τοὺς ἀ­φή­νον­τας πί­σω στα παι­δι­ὰ τοὺς μι­ᾷ ση­μαν­τι­κῇ πε­ρι­ου­σί­ᾳ καὶ κλη­ρο­νο­μί­α.

Καὶ ἡ πε­ρι­ου­σί­α αὐ­τή, ποὺ μπό­ρε­σαν καὶ με­τέ­δω­σαν στα παι­δι­ὰ τούς, ἤ­ταν ἡ ἀ­λη­θι­νὴ καὶ γνή­σι­α πι­στὴ τούς, ἡ ἁ­γί­α ζω­ὴ τοὺς καὶ ἡ κα­τὰ Θε­ὸν πο­ρεί­α πά­νω στις ἀ­ξί­ες τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς πα­τρί­δας.

Ὁ Θε­ο­χά­ρης καὶ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ως με­γα­λύ­τε­ροι ἀ­δελ­φοί, με­τὰ τὸν θά­να­το τῶν γο­νέ­ων τοὺς φρον­τί­σαν τὸν μι­κρο­τε­ρο ἀ­δελ­φὸ τοὺς Κων­σταν­τί­νο. Ὅ­ταν ἀν­δρώ­θη­κε φρον­τί­σαν να νυμ­φευ­θεῖ. Ἀ­πὸ τὸ γά­μο αὐ­τό με τὴν Σωσ­σά­νη ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο γι­ους, τὸν Γε­ωρ­γι­ο καὶ τὸν Θε­ο­χά­ρη. Οἱ ἴ­δι­οι, ἀ­φοῦ ἀ­πο­κα­τέ­στη­σαν τὸν ἀ­δελ­φὸ τοὺς Κων­σταν­τί­νο στο πα­τρι­κὸ τοὺς σπί­τι, ἀ­πο­σύρ­θη­καν σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπι­τά­κι κον­τὰ στο να­ὸ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας «ἀ­παρ­νη­θέν­τες τὰ ἐγ­κό­σμι­α».

Ὅ­μαι­μοι καὶ Ὁ­μό­σκη­νοι

Ὁ πρῶ­τος βι­ο­γρά­φος τούς, ἀρ­χι­μαν­δρί­της Κων­στάν­τι­ος ἡ­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κά­τω Πα­να­γιάς, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὸ ψω­μὶ τὸ ἔ­βα­ζαν σὲ ἕ­να πή­λι­νο σκεῦ­ός με μι­κρὸ ἄ­νοιγ­μα (ἴ­σα που να χω­ρεῖ τὸ ἕ­να χέ­ρι) γι­α να ὑ­πο­γραμ­μί­σει τὸ λι­τὸν τῆς τρο­φῆς τους.

Ἐ­νῶ δεν εἴ­χαν μο­να­χι­κὸ σχῆ­μα καὶ δεν εἴ­χαν κα­ρεῖ μο­να­χοὶ ἔ­κα­ναν καὶ τη­ροῦ­σάν με ἀ­κρί­βει­α τὸν κα­νό­να τοῦ με­γα­λο­σχη­μου μο­να­χοῦ. Κοι­νω­νοῦ­σαν τῶν ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων μί­α φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τῇ ζω­ῇ καὶ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν πα­τέ­ρων καὶ ἀ­σκη­τῶν τῆς ἐ­πο­χῆς τοὺς τὸ πνεῦ­μα τῶν ὁ­ποί­ων πέ­ρα­σε σ΄αὐ­τοὺς καί με τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ τοῦ Αἰ­τω­λού.

Ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι τοὺς δεν ἔβ­γαι­ναν πα­ρὰ μό­νο ὅ­ταν εἴ­χαν ἀ­πο­λύ­τη ἀ­νάγ­κη καὶ ὅ­ταν ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον τούς, ὑ­πο­χρέ­ω­νε σὲ δι­α­κο­νί­α καὶ προ­σφο­ρά. Ἔτ­σι ὁ Θε­ο­χά­ρης δι­δά­σκε τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα στα Ἀρ­τη­νό­που­λα στο μι­κρὸ καὶ ­εκ­κλη­σά­κι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Κασ­σο­πί­τρας μέ­χρι τὸ 1818. Ἐ­κεῖ δεν τοὺς μά­θαι­νε μό­νο ξε­ρὰ γράμ­μα­τα καὶ δεν τοὺς με­τέ­δι­δε μο­να­χὰ στεῖ­ρες γνώ­σεις ἀλ­λὰ ἐ­πλά­θε κυ­ρί­ως τὴν ψυ­χὴ τοὺς πο­τί­ζον­τας τά με τὸ κα­θά­ρι­ο νε­ρὸ τῆς πί­στε­ως καὶ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καὶ ἀ­να­βον­τας μέ­σα τοὺς τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὴν ἑρ­μῆ καὶ δού­λα πα­τρί­δα. Δεν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι ἀπ΄αὐ­τὸν τὸν δά­σκα­λο βγαί­νει σπου­δαῖ­ος μα­θη­τής, ὁ ἐ­θνε­γέρ­της καὶ ἀρ­χη­γὸς τῆς Φι­λι­κῆς Ἐ­τε­ρεί­ας, ὁ ἐκ Κομ­πο­τί­ου Νι­κό­λα­ος Σκου­φάς. Ἀ­λή­θει­α ποῖ­ος μπο­ρεῖ να με­τρή­σει τοὺς παλ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας δα­σκά­λου καὶ μα­θη­τὴ μέ­σα στῇ δι­α­δι­κα­σί­α με­ταγ­γι­σης ζω­ῆς; Ποῖ­ος μπο­ρεῖ να σκι­α­γρα­φή­σει, ἔ­στω καὶ κατ΄ὀ­λί­γον, τὶ συ­νέ­βαι­νε στην ψυ­χὴ τοῦ νε­α­ροῦ Σκου­φά, ἀ­κού­γον­τας τὸ φλο­γε­ρὸ δά­σκα­λο;

Ση­μαν­τι­κὸ τὸ ἔρ­γο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­χα­ρῇ καὶ με­γά­λη ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ὠ­φέ­λει­α τοῦ Ἀρ­τη­νοὺ λα­οῦ ἀ­πό τις θε­ο­πνευ­στες ἐ­πί­σης ὁ­μι­λί­ες τοῦ στο μο­νύ­δρι­ο τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων.

Ὁ Ὅ­σι­ος Θε­ο­χα­ρῇς προ­σέ­φε­ρε ἀ­φι­λο­κερ­δὼς καὶ ἀ­κού­ρα­στά τις ὑ­πη­ρε­σί­ες τοῦ στην Μη­τρό­πο­λη Ἄρ­της ὅ­ταν Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κὸς ἐ­πι­τρό­πος ἤ­ταν ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Θε­ο­το­κί­ου Βε­νέ­δι­κτος «ὁ με­γα­λο­πρε­πὴς καὶ ἐ­λε­ή­μων». Ὁ Βε­νέ­δι­κτος ἐ­κτι­μῶν­τας τὴν με­γά­λη αὐ­τὴ καὶ ἁ­γί­α προ­σω­πι­κό­τη­τα τὸν κά­λε­σε να ἐρ­γα­στεῖ ὡς γραμ­μα­τέ­ας του. Ὁ Θε­ο­χά­ρης πα­ρὰ τὸ φόρ­το καὶ τὸν κό­πο τῆς ἐρ­γα­σί­ας αὐ­τῆς οὐ­δέ­πο­τε πα­ρα­πο­νέ­θη­κε καὶ ἀρ­νή­θη­κε κά­τι, πα­ρὰ μό­νο σὲ πε­ρι­πτώ­σεις δι­α­ζυ­γί­ου, ἀ­φο­ρι­σμοὺ καὶ τι­μω­ρί­ας ἱ­ε­ρέ­α. Ἡ ἁ­γί­α τοῦ ψυ­χὴ καὶ ἡ συ­νεί­δη­σή του δεν τὸ ἄν­τε­χε, γι’αὐ­τὸ προ­σποι­ούν­ταν τὸν ἄῤ­ῥω­στο καὶ κα­τέ­φευ­γε στο ἀ­γα­πη­τὸ του κελ­λὶ ὅ­που ἔ­βρι­σκε πα­ρη­γο­ρί­α στην προ­σευ­χὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ καὶ στις πο­λυ­ά­ριθ­μες με­τα­νοι­ες.

Ὁ Βε­νέ­δι­κτος με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς πα­ρα­κλή­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου, κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ Θε­ο­χά­ρης δεν ἤ­ταν γι’ αὐ­τὴ τῇ δου­λεί­ᾳ καὶ τὸν ἁ­πάλ­λα­ξε ἀ­πὸ τὰ κα­θή­κον­τά του δί­νον­τας τὸ χρό­νο ὅ­λο γι­α προ­σευ­χὴ καὶ με­λέ­τη τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ καὶ τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων.

Στην ἀ­σκη­τι­κὴ αὐ­τὴ πο­ρεί­α, συ­νο­δοι­πό­ρος καὶ συ­να­σκη­τῆς ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­πό­στο­λος ἀ­δελ­φὸς κα­τὰ σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­χάρη.

Ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι οἱ ἅ­γι­οι εἴ­χαν δύ­ο στά­μνες (πή­λι­να δο­χεῖ­α) γι­α νε­ρό. Κα­τὰ τῇ νύ­κτα πή­γαι­ναν τῇ μί­α στά­μνα στο πη­γά­δι που τῇ γέ­μι­ζαν οἱ γυ­ναῖ­κες τὴν ἡ­μέ­ρα. Τὸ βρα­δὺ πή­γαι­νε ἔ­νας ἀπ’ αὐ­τοὺς τὴν ἔ­παιρ­νε καὶ ἄ­φη­νε γι­α γέ­μι­σμα τὴν ἄλ­λη στά­μνα. Κι αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­μαν γι­α­τὶ ἤ­ταν ἐ­ρα­στὲς τῆς ἡ­συ­χί­ας καὶ τῆς προ­σευ­χῆς. Με αὐ­τὴ τοὺς τῇ στά­σῃ καὶ προ­σευ­χὴ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν δυ­να­μι­κὰ στο λα­ὸ τῆς πό­λης κα­τὰ τῇ δι­αρ­κει­α τῶν με­γά­λων καὶ θα­να­τη­φό­ρων ἐ­πι­δη­μι­ῶν πα­νώ­λης (πα­νού­κλας) που ἐ­νέ­σκυ­ψαν στην Ἀρ­τα, ἡ πρώ­τη στις 2 Μα­ΐ­ου τοῦ 1816 καὶ ἡ δεύ­τε­ρη τὸ 1823.

Οἱ δύ­ο ἀ­δελ­φοὶ δεν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἀλ­λὰ νυ­χθή­με­ρον κλει­σμέ­νοι στο ἐ­ρη­μη­τή­ρι­ο τοὺς προ­σεύ­χον­ταν μέ­χρι που ὁ Θε­ὸς καὶ δι­ὰ πρε­σβει­ῶν τοῦ Ἁ­γί­ου Βησ­σα­ρί­ω­νος, τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν κᾶ­ρα ἔ­φε­ραν καὶ λι­τά­νευ­σαν οἱ Ἀρ­τη­νοί, ἀ­πο­μά­κρυ­ναν τὸ θα­να­τι­κὸ καὶ ὁ λα­ὸς ξα­να­γύ­ρι­σε στα σπί­τι­α τούς. Μὲ τῇ στά­σῃ τοὺς αὐ­τοὶ οἱ ἅ­γι­οι αὐ­τά­δελ­φοι ἔ­δω­σαν δύ­να­μη καὶ κου­ρά­γι­ο στους κα­τοί­κους τῆς πό­λης οἱ ὁ­ποῖ­οι πλέ­ον με πο­λὺ σε­βα­σμὸ τι­μού­σαν αὐ­τούς.

Ἡ κοί­μη­σις τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­χά­ρους

Ὁ Θε­ο­χά­ρης προ­γνω­ρί­ζει τὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του καὶ πα­ρα­κα­λεῖ τὸν αὐ­τά­δελ­φό του καὶ συ­να­θλη­τῇ Ἀ­πο­στο­λο να εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ἱ­ε­ρέ­α να ἔλ­θει να τὸν κοι­νω­νή­σει τὴν δω­δε­κά­τη με­σημ­βρι­νὴ ὥ­ρα τῆς Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας με θλί­ψη καὶ σε­βα­σμὸ ἔρ­χε­ται στο μι­κρὸ σπι­τά­κι ὅ­που ὁ ὅ­σι­ος Θε­ο­χάρης με ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α κοι­νω­νεῖ γι­α τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τὰ Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρι­α. Με­τὰ δι­νεῖ τις τε­λευ­ταῖ­ες ὁ­δη­γί­ες καὶ ἐ­πι­θυ­μί­ες στον «ἁ­πλοῦν καὶ ἀ­κέ­ραι­ον τῇ ψυ­χῇ Ἀ­πό­στο­λον».

Τὸν πα­ρα­κα­λεῖ πρώ­τα πρώ­τα να συ­νε­χί­σει με τὸν ἴ­δι­ο ζῆ­λο τὴν ἴ­δι­α φι­λό­θε­η καὶ φι­λάν­θρω­πη ἀ­σκη­τι­κὴ ζω­ή. Ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ εἶ­ναι στην κη­δεί­α τοῦ να πα­ρα­στεῖ ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Ἄρ­της, να ἐν­τα­φι­α­σθεῖ στον να­ὸ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων καὶ οὐ­δέ­πο­τε να γί­νει ἀ­να­κο­μι­δὴ τῶν λει­ψά­νων τοῦ. Τὴν οἰ­κεί­α τοῦ τέ­λος δω­ρί­ζει στον ἱ­ε­ρὸ να­ὸ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας ὅ­που ἐ­φη­μέ­ρευ­ε ὁ πα­τέ­ρας τοῦ καὶ ὅ­που ἐ­κεῖ ὁ ἴ­δι­ος εἶ­χέ τις πρῶ­τες καὶ ση­μαν­τι­κὲς πνευ­μα­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες.

Ἡ ἀγ­γε­λί­α τοῦ θα­νά­του τοῦ τὴν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ τοῦ 1828 προ­κά­λε­σε ὀ­δύ­νη καὶ θλί­ψη στον ἀρ­τη­νὸ λα­ό πού με σε­βα­σμὸ καὶ εὐ­λά­βει­α ἔ­τρε­ξαν ἅ­παν­τες στην ἐ­ξό­δι­ο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ στην ὁ­ποί­α χο­ρο­στά­τη­σε ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ἄρ­της Νε­ό­φυ­τος. Ὁ Νε­ό­φυ­τος με λό­γι­α ἁ­πλὰ καὶ συγ­κι­νη­τι­κὰ ἐκ­φώ­νη­σε ἐ­πι­κή­δει­ο λό­γο, ἀ­νέ­φε­ρε τις ἀ­ρε­τές, τὴν πι­στὴ καὶ τὴν ἀ­σκη­τι­κὴ ζω­ὴ τοῦ Θε­ο­χά­ρους καὶ προ­έ­τρε­ψε τοὺς πι­στοὺς να μι­μη­θοὺν τὴν ἁ­γί­α του­ ­ζω­ή. Ὁ ἴ­δι­ος εὐ­χή­θη­κε γι­α τὸν ἑ­αυ­τὸ τοῦ να τύ­χει τέ­τοι­ας με­γά­λης εὐ­λο­γί­ας καὶ να πε­θά­νει τέ­τοι­α με­γά­λη μέ­ρα. Πραγ­μα­τι­κὰ τὴν ἄλ­λη χρο­νιά, τὸ 1829, τὴν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ ἐ­ξε­δή­μη­σε πρὸς Κύ­ρι­ον καὶ ὁ σε­μνὸς αὐ­τὸς Ἱ­ε­ράρ­χης.

Στην κη­δεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου συ­νέ­βη­σαν «ἐ­ξαί­σι­α καὶ με­γά­λα θαύ­μα­τα». Οἱ τέσ­σε­ρις λαμ­πά­δες τοῦ νε­κρο­κρέ­βα­του κα­τὰ τὴν νε­κρι­κὴ πομ­πὴ ἐ­νῶ ἤ­ταν σβη­σμέ­νες, ἀ­νά­ψαν, καὶ ἀῤ­ῥή­τη εὐ­ω­δί­α σκόρ­πι­σε τὸ ἅ­γι­ο σκή­νω­μά του. Ἡ εὐ­ω­δί­α αὐ­τὴ πλημ­μύ­ρι­σε καὶ τὸ να­ὸ τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων ἀλ­λὰ καὶ τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι που ζοῦ­σε ὁ Ἅ­γι­ος. Ἄλ­λη μαρ­τυ­ρί­α ἐ­πί­σης ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τῆς ἐ­ξο­δί­ου ἀ­κο­λου­θί­ας, ἀ­νά­ψαν ἀ­πὸ μό­να τοὺς τὰ κε­ρι­ὰ τοῦ πο­λυ­ε­λαί­ου τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, θαῦ­μα καὶ πι­στο­ποι­ή­σῃ ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ τῆς ἁ­γί­ας καὶ φω­τει­νῆς ζω­ῆς τοῦ.

Ὁ Ἅ­γι­ος ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στο κοι­μη­τή­ρι­ο τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, στο χῶ­ρο μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τῆς νο­τί­ας πλευ­ρὰς τοῦ να­οῦ.

Κα­τὰ τὸ 1866 ὅ­ταν ἡ­γού­με­νος τοῦ μο­νυ­δρί­ου ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κορ­νή­λι­ος, ἀ­να­καί­νι­σε τὸ μο­νύ­δρι­ο, βρῆ­κε στο χῶ­ρο αὐ­τὸ κά­τω ἀ­πὸ μι­ᾷ πλά­κα σκε­πα­σμέ­νη τὴν «χα­ρι­τό­βρυ­τον αὐ­τοῦ κά­ραν πνέ­ου­σαν ἄῤ­ῥη­τον εὐ­ω­δί­αν». Ἀ­φοῦ τὴν προ­σκύ­νη­σε εὐ­λα­βι­κὰ τὴν κά­λυ­ψε ὅ­πως ἀρ­χι­κὰ ἤ­ταν, σε­βό­με­νος τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἔτ­σι ὁ χῶ­ρος τῆς τα­φῆς τοῦ ἁ­γί­ου πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­πεί­ρα­κτος.

Τὸ τέ­λος τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου

Δε­κα­ε­πτὰ χρό­νι­α ζει με­τὰ τὴν κοί­μη­ση τοῦ ἁ­γί­ου αὐ­τα­δέλ­φου τοῦ Θε­ο­χάρη, κον­τὰ στον ἄλ­λο τοὺς ἀ­δελ­φὸ Κων­σταν­τί­νο τὴν ἴ­δι­α θε­ο­φι­λῆ ζω­ή.

Ὅ­ταν καὶ ὁ ἴ­δι­ος προ­εῖ­δε τὸ τέ­λος τοῦ πα­ρα­κά­λε­σε τὸν ἀ­δελ­φὸ τοῦ να τα­φεῖ χω­ρὶς τι­μὲς στο κοι­μη­τή­ρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας. Πραγ­μα­τι­κὰ ὅ­ταν πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ τοῦ στον Κύ­ρι­ο κα­τὰ τὸ ἔ­τος 1845, τὸ λε­ι­ψα­νό του ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στο κοι­μη­τή­ρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας στο χῶ­ρο πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ Βῆ­μα τοῦ να­οῦ. Τρεις μέ­ρες με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀ­πο­στό­λου εὐ­σε­βεῖς γυ­ναῖ­κες πή­γαν στον τά­φο –ὅ­πως εἶ­ναι συ­νή­θει­α μέ­χρι σή­με­ρα, να ῥί­ξουν νε­ρὸ καὶ να τὸν καλ­λω­πί­σουν. Ἔκ­πλη­κτες βρέ­θη­καν μπρο­στὰ σ΄ἕ­να ἀ­πρό­σμε­νο θέ­α­μα. Βρή­καν «ἐκ­φυ­ὲν εἰς τὸ μέ­σον τοῦ τά­φου πρω­το­φα­νὲς θαυ­μά­σι­ον ἄν­θος ἐκ­πέμ­πον ἄῤ­ῥη­τον εὐ­ω­δί­αν», πρᾶγ­μά που φα­νέ­ρω­νε ἐκ Θε­οῦ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­πο­στό­λου.

Ἡ Τι­μὴ τῶν Ἁ­γί­ων

Ἡ μνή­μη τῶν ὁ­σί­ων αὐ­τα­δέλ­φων πα­ρέ­μει­νε ἀ­νε­ξά­λη­πτη στους κα­τοί­κους τῆς πό­λε­ως τῆς Ἀρ­τας οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ θα­νά­του τους, τοὺς τι­μού­σαν ὡς Ἁ­γί­ους μνη­μο­νεύ­ον­τας τους κα­τὰ τὴν Τε­τάρ­τη τῆς Δι­α­και­νη­σί­μου Ἑ­βδο­μά­δος (Πά­σχα).

Κυριακή
28
Φεβρουαρίου
Κυριακή του Ασώτου, Βασιλείου ομολογητού, Προτερίου, Νέστορος μάρτυρος
Copyright ©
Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Δημητρίου Άρτας